“παιδικός σταθμός”: Η πρώτη βίωση μιας αδικαιολόγητης εγκατάλειψης

(χρόνος ανάγνωσης: 8 λεπτά)
Η ένταξη της γυναίκας στον εργασιακό χώρο έχει αρκετές συνέπειες, όπως την μείωση του αριθμού των γεννήσεων και την αύξηση του μέσου όρου ηλικίας δημιουργίας οικογένειας (γάμος, απόκτηση πρώτου παιδιού). Σε συνδυασμό δε με την έξαρση των φεμινιστικών ιδεολογιών, το ενδιαφέρον της μητέρας-εργαζόμενης μετατοπίστηκε από αποκλειστικά την μητρότητα στην ευρύτερη συμβολή της στο νοικοκυριό (με την παροχή εισοδήματος, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων κ.ο.κ.).

Οι συνέπειες όλων αυτών των αλλαγών στον οικογενειακό και εργασιακό βίο αλλά και στην κοινωνικοπολιτική ύπαρξη και των δύο φύλων είναι πάμπολλες -όλοι λίγο πολύ τις γνωρίζουμε και μπορούμε έστω δειλά να τοποθετηθούμε. Κάτι όμως που δυστυχώς δεν έχει γίνει συνείδηση (και ίσως δεν το έχει φανταστεί ποτέ η μέση μητέρα-εργαζόμενη) είναι το αντίκτυπο που έχει αυτή η εξέλιξη στον ψυχισμό των παιδιών. Επί της παρούσης, θα αναφερθούμε αποκλειστικά στην τεράστια φθορά που προκαλεί ο παιδικός σταθμός (αναγκαιότητα πλέον για κάθε οικογένεια στην οποία δουλεύουν και οι δύοι γονείς) στην εφήμερη ψυχολογία των νηπίων, και όχι  μακροπρόθεσμα, στην ψυχολογία τους ως παιδιά και μετέπειτα ενήλικες.

Αφορμή και την παρούσα διάδραση αποτελεί η επικοινωνία μιας αναγνώστριας, η οποία εξομολογείται τα εξής (και την ευχαριστούμε θερμά για την επικοινωνία και τις πολύτιμες και εξαιρετικά σπάνιες πληροφορίες):

«Την πρώτη φορά που με πήγαν στον παιδικό σταθμό ήμουν 2 ετών. Δεν θυμάμαι πολλά από τότε, μόνο το ότι έκανα συνέχεια ζημιές, ήμουν αντιδραστική, ζιζάνιο. Δεν άκουγα καμία δασκάλα, και έκανα την ζωή της μεγαλύτερής μου αδερφής σκέτο μαρτύριο (αυτή ήταν το καλό, το ήσυχο κοριτσάκι). Προφανώς αυτό συνέβαινε διότι δεν ήθελα να βρίσκομαι εκεί, να αποχωριστώ το σπίτι μου και περισσότερο ακόμα την γιαγιά μου, που μέναμε μαζί τότε.

Αυτό που θυμάμαι ξεκάθαρα όμως και δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω ήταν ο δεύτερος χρόνος, όταν χρειάστηκε να μετακομίσουμε και να αλλάξω σχολείο. Την πρώτη μέρα που με πήγε εκεί η μαμά, μόλις είδα τα σκαλιά άρχισα να κλαίω. Δεν ήθελα με τίποτα να αποχωριστώ την μαμά μου, δεν ξέρω αν οφειλόταν στο σοκ -για την ηλικία μου- της μετακόμισης, πάντως το να με αφήσει εκεί ήταν ότι χειρότερο μπορούσε να μου συμβεί. Μην κλαις άλλο, πήγαινε μέσα και εγώ θα σε περιμένω εδώ απ' έξω μέχρι να σχολάσεις αλήθεια; ναι, εδώ στα σκαλιά. Στο σχόλασμα έτρεξα σα σίφουνας για να την αγκαλιάσω σαν να ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανα, και δεν ήταν καν εκεί. Προφανώς δεν με περίμενε. Μπορεί ένα παιδάκι να βιώσει την προδοσία του ψέματος; Μάλλον ναι. Πολύ καλά.

Η ζωή μου εκεί ήταν συνοπτικά μια κόλαση. Πάντα ήμουν μόνη -παρά το οτι ήμουν εξαιρετικά κοινωνική και φιλική, για κάποιο λόγο κανένα παιδάκι δεν με συμπαθούσε. Μια φορά η κόρη μιας από τις δασκάλες ζωγράφισε τον εαυτό της και τις φίλες της σε ένα χαρτί, με χρωματιστά όμορφα φορέματα και μακριά μαλλιά, και σε μια άκρη εμένα -κακάσχημη και με μουτζούρες πάνω μου που είχαν σχεδιάσει αυτή και οι φίλες της.

Μια σκήνη που θυμάμαι, είναι το να με κοροϊδεύουν για μια μπλούζα που φόρεσα επειδή ήταν αρκετά κοντή και φαινόταν ο αφαλός άμα σήκωνα τα χέρια (προφανώς δεν την ξαναφόρεσα), και το ειρωνικό είναι οτι όλες -μα όλες- φόραγαν κάτι παρόμοιο από εκείνη τη μέρα και μετά. Ή κάποια άλλη φορά, την ώρα της πρωινής προσευχής μια κοπέλα με δάγκωσε στο χέρι (ήταν ένα χαζοπαίχνιδο που κάναμε σαν παιδιά, δαγκώναμε το χέρι κάτω απ' τον καρπό και το σημάδι που έμενε το λέγαμε ρολόι) τόσο πολύ δυνατά που έκλαιγα χωρίς να βγάζω άχνα. Δεν ξέρω τι μυαλό είχα και δεν της είχα σπάσει τα μούτρα επιτόπου. Δεν ξέρω αν ήταν ντροπή, ανικανότητα να αντιδράσω ή σεβασμός στην ώρα της προσευχής, το σίγουρο είναι ότι δεν έκανα τίποτα και χρειάστηκε να με δει μια δασκάλα (αξιώθηκε) και να με πάει στην κουζίνα να μου βάλει πάγο. Αναφέρθηκε το γεγονός; Το είπε κάποιος στους γονείς της; Ερωτήθηκε κάποιο παιδάκι τι συνέβη; 

Μια φορά είχαν έρθει κάτι φοιτήτριες (με κάτι τεράστια ψεύτικα νύχια που μου φάνηκαν τόσο αντιαισθητικά, ώστε έφτιαχνα αντίστοιχα στα χέρια μου με πλαστελίνη και τις κορόιδευα) και μας έβαλαν να καθίσουμε σε κύκλο και να παίξουμε ένα παιχνίδι μίμησης του τύπου πώς κάνει ο σκύλος; και έπρεπε εμείς να πούμε γαβ γαβ. Όταν ήρθε η σειρά μου με ρώτησε πώς κάνει το μωρό που κλαίει; (ΚΑΤ' ΑΡΧΑΣ, ΕΙΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΜΩΡΟ. ΚΑΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ, ΓΙΑΤΊ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΛΑΙΕΙ. ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΩ ΝΑ ΓΕΛΑΕΙ - υποθέτω ότι σκέφτηκα). Εντωμεταξύ οι συμμαθητές μου με είχαν δει να κλαίω κάποιες φορές και ένιωσα αμήχανα που με ρώτησε κάτι τέτοιο, οπότε το απέφυγα λέγοντας είτε ότι δεν ξέρω είτε οτι δεν θέλω να απαντήσω, δεν θυμάμαι. Όταν απάντησε ένα άλλο παιδάκι, ανακουφίστηκα, και ταυτόχρονα ντράπηκα που φάνηκε λες και δεν ήξερα πώς να απαντήσω, μήπως με νόμιζαν για χαζή και τους έδινα λόγο να με κοροϊδεύουν.»Διαισθάνεται ένα παιδί την ανάγκη να σταθεί στα πόδια του ενώ το παρενοχλούν; Μάλλον ναι. Πολύ καλά.

Περισσότερες λεπτομέρειες πάνω στις συγκεκριμένες εμπειρίες και πώς αυτές εξελίχθηκαν στο μέλλον για την φίλη αναγνώστρια είναι μάλλον περιττές για την παρούσα συζητηση, αν και όλοι μπορούμε λίγο πολύ να φανταστούμε. Ένα εμβόλιμο σχόλιο πριν το δια ταύτα:

Που είναι οι δάσκαλοι; Ποιός έχει την ευθύνη; Γιατί κανείς δεν ενημερώθηκε; Γιατί δεν αποκαταστάθηκε το δίκαιο; Γιατί δεν υπήρξε κανείς να προστατεύσει το κάθε παιδί; Δεν υπάρχει παιδικό πείραγμα. Δεν υπάρχει αθώο γέλιο. Και σίγουρα, δεν υπάρχει το παιδί είναι, θα μεγαλώσει και θα μάθει. Ναι, παιδί είναι, άρα ότι κάνει τώρα θα κάνει για πάντα. Τόσο ως θύτης όσο και ως θύμα, ίσως. Το θέμα όμως εν προκειμένω, είναι το εξής:

Πώς οι γονείς εμπιστεύονται δύο και τριών ετών πλάσματα, τόσες πολλές ώρες χωρίς την δική τους επίβλεψη και προστασία; Πώς εμπιστεύονται δύο, τρεις ή τέσσερις δασκάλες που προσέχουν μαζί με το παιδί τους άλλα είκοσι, τριάντα, σαράντα παιδιά; Στο προαύλιο, στην τραπεζαρία, στο παιχνίδι; Ένα μωρό κοινωνικοποιείται για πρώτη φορά χωρίς τους γονείς του, με τόσο απότομο και βίαιο σχεδόν τρόπο. Ο παιδικός σταθμός για τους ενήλικες είναι μια παιδική χαρά, με πολλά άλλα παιδάκια να παίξει το παιδί τους (και ο καλύτερος τρόπος να βγάλουν ένα βάρος από πάνω τους για αρκετές ώρες, για του λόγου το αληθές). Για το παιδί είναι η πρώτη βίωση μιας αδικαιολόγητης εγκατάλειψης, μια εγκατάλειψης που δεν έχει κανένα όφελος στο δικό του μυαλό και στην δική του ψυχή.

Η μαμά του, που πάντα σήμαινε αγκαλιές, χάδια, αγάπη, είναι τώρα ο άνθρωπος που πρώτη φορά το διώχνει από κοντά του χωρίς κατανοητή για αυτό αιτία. Ο πατέρας, που πάντα σήμαινε προστασία, σιγουριά, δικαιοσύνη, τώρα είναι ένας αμέτοχος παρατηρητής της πρώτης και μεγαλύτερης αδικίας που βιώνει ένα παιδί. Το νήπιο νιώθει ότι τιμωρείται, χωρίς να ξέρει καν τι έχει κάνει. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τί αντίκτυπο μπορεί να έχει αυτό στη μετέπειτα ζωή του, ανάλογα την τύχη του κάθε παιδιού (σε τι σχολείο θα πάει, με τι ανθρώπους θα συναναστραφεί, πώς θα τύχει να είναι οι επόμενοι δάσκαλοι και αν εν τέλει οι γονείς καταλάβουν ποτέ κάτι ή παραμείνουν στην άγνοια).

Είναι δεδομένο δε οτι αυτή η τόσο τρυφερή και ευαίσθητη ηλικία του ανθρώπου είναι και η πιο σημαντική για την μετέπειτα πορεία του. Βασικές αρχές και πεποιθήσεις διαμορφώνονται τότε, και κυρίως η ψυχολογική του κατάσταση, το σθένος, το αίσθημα δικαιοσύνης, το αίσθημα της αλληλεγγύης, η διαίσθηση για το αν το αγαπάνε ή όχι οι γονείς του (μπορεί οι γονείς αδιαμφισβήτητα να αγαπούν τα παιδιά τους, προσπάθησε όμως να το εξηγήσεις σε μια ψυχή τριών ετών που σε ρωτάει κλαίγοντας γιατί το διώχνεις). Πώς αφήνεις σε αυτή την ηλικία την διαμόρφωση του ψυχισμού του παιδιού σου σε άλλους ανθρώπους; Όταν φτάσει δεκαπέντε χρονών και δεν το αναγνωρίζεις, γιατί εκφράζει συμπεριφορές και νοοτροπίες που ουδέποτε θέλησες να του μεταδώσεις, δεν έχεις δικαίωμα να απορείς ή να το κατηγορείς. Όταν έπρεπε να είσαι εκεί για να το πλάσεις κατά το δοκούν, δεν ήσουν, ολικώς ή μερικώς.

Τα παιδιά έχουν μια ειλικρινή, αδαμάντινη ακεραιότητα που οι ενήλικες δεν θα μπορέσουν ποτέ να καταλάβουν ή να συναισθανθούν. Δεν είναι χαζά, είναι κυριολεκτικά. Δεν είναι ατίθασα, αντιδρούν στην αδικία. Δεν γκρινιάζουν, τους λείπει η αγάπη που χρειάζονται για να είναι πλήρεις και ψυχικά υγιείς. Καλώς ή κακώς, ό,τι νιώσει το παιδί ειν' η αλήθεια. Αν νιώσει ότι το εγκατέλειψες, το εγκατέλειψες, άσχετα με τις προθέσεις σου. Αν νιώσει ότι δεν το αγαπάς, όντως δεν το αγαπάς, όχι όπως πρέπει και όπως θέλει να το αγαπάς τουλάχιστον. Και αν ο σκοπός ενός γονιού δεν είναι η σιγουριά του παιδιού για την αγάπη τους, το ότι δεν θα μείνει ποτέ μόνο και το ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι βάρος για την οικογένεια,  δεν ξέρω τι είναι.

Με την παρούσα συζήτηση δεν υπονοείται κανενός είδους υποτίμηση των εργαζόμενων μητέρων, ούτε προτείνεται ως λύση η ολική επιστροφή τους στο σπίτι. Άλλωστε δεν είναι μόνο η μητέρα γονιός, και σίγουρα δεν ευθύνεται εκείνη για όλα τα εκατοντάδες προβληματα των παιδιών, των νέων, της κοινωνίας, της πολιτικής, και κάθε άλλου τομέα που οι συνήθεις παράλογοι τείνουν να της προσάπτουν. Το σημαντικό είναι να καταστεί σαφές ότι αυτό που εμείς θεωρούμε παράδεισο για ένα παιδί, μπορεί να είναι η χειρότερη φυλακή του. Χρειάζεται θυσίες και κόπους, αλλά αξίζει η αποχή σου από την δουλειά για δύο-τρία χρόνια ακόμα. Είχες το δικαίωμα να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο, άρα έχεις την υποχρέωση να διατηρήσεις τον ψυχισμό του υγιή και αρτιμελή. Μόνο να κερδίσεις έχεις, πάντα βέβαια στη βάση του ότι το παιδί για μια μάνα είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει, ό,τι σημαντικότερο πρέπει να προστατεύσει

Και, τέλος, μια πληροφορία σχετικά αυθαίρετη που όμως αξίζει ως τροφή για σκέψη: Ό,τι νιώσει το παιδί μέχρι τα τέσσερά του χρόνια, τείνει να το νιώθει για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αφού μπορείς να καθορίσεις την ψυχική υγεία και ακεραιότητά του, γιατί να μην το κάνεις; 

Γονέα; Υπάρχει χρόνος για όλα, αν υπάρχει θέληση. Το ζήτημα είναι το
ποιά είναι η προτεραιότητά σου.


Αφιέρωμα στις εργαζόμενες γυναίκες : αφιέρωμα.


Philomαtheia 22 Αυγούστου 2020

Σχόλια