Η ετυμολογία των λέξεων «Έλλην», «Άνθρωπος», «Ανδρομέδα»

Του Παντολέοντος Φλωρόπουλου
Για το αυθεντικό κείμενο προ της απαιτούμενης για την παρούσα παρουσίαση επεξεργασίας ανατρέξτε στη πηγή στο τέλος του άρθρου. Το ιστολόγιο παραθέτει πληροφορίες και δεν συμφωνεί απαραιτήτως με όλα τα στοιχεία και τις απόψεις που παρουσιάζονται.
Η λέξη «Έλλην» είναι σύνθετη από το Ελ και το λην. Όπου Ελ είναι ο (θεός) Ήλ – ιος, ο ζωοδότης, ο φωτοδότης. Η κατάληξη της λέξης «ήλ ιος» σημαίνει ότι αυτό το ουράνιο σώμα που δίνει ζωή στη γη, αντλεί το φως του από τον Ελ ή Ηλ, δηλαδή τον Θεό. Ο Ήλιος δεν ήταν Θεός, ήταν αυτός που αντλούσε ή δεχόταν φως από το Θεό και, με τη σειρά του αυτός το έδινε στη γη.

Ελ ή Ηλ, όπως: Ηλεία, δηλαδή η χώρα του Ήλιου. Η Ελ υμπία ή Ολυμπία δεν είναι τυχαίο που βρίσκεται στην Ηλεία. Όπως και ο Όλυμπος δεν είναι τυχαίο που βρίσκεται στην Ελ λάδα.
Και λην, είναι απαρέμφατο του ρήματος λάω, που σημαίνει βλέπω. Έλ – λην δηλαδή σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον Ήλιο», δηλαδή αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό ή «αυτός που ζει σύμφωνα με τις ιδιότητες του Ήλιου», δηλαδή του θεού, είναι ο ευσεβής. Έλλην είναι αυτός που ζει σύμφωνα με τους νόμους (και τις δυνάμεις) του Φωτός και Ελλάνιος είναι αυτός που κατάγεται από τους προγόνους, οι οποίοι ζουν σύμφωνα με τους νόμους του Φωτός ή είναι ο κάτοικος αυτού τούτου του (Ουρανίου) Φωτός.
Αυτά, διότι: Ελ (ηλ) ιος είναι αυτός που κατάγεται από το Φως, από το αρχέγονο Φως, από την Πρώτη Δύναμη, εκείνη που δημιούργησε τα πάντα.
Έλ λην και Ελ λας. Όπου λας είναι η πέτρα (εξ ου και λατομείο) άρα Ελ –λας σημαίνει «η πέτρα των θεών» ή «ο θρόνος των θεών» ή Ελλάς είναι «ο γήινος τόπος που είναι κατοικία των θεών», όχι μόνο, Ελλάς μπορεί να είναι και «το υλικό σώμα εντός του οποίου κατοικεί το Φως», δηλαδή Ελλάς μπορεί να είναι το σώμα όπου κατοικεί η ψυχή, όπου κατοικεί ο (ενσαρκωμένος) θεός, η ψυχή που έλκει την καταγωγή της από τον Ελ (Ηλ) ιο, είναι «ο άνθρωπος με ψυχή» σε αντίθεση μ’ εκείνο το σώμα που δεν είναι τόπος κατοικίας του Φωτός, δηλαδή της ψυχής. Το λέει ο Ερμής ο Τρισμέγιστος(Αιγυπτιακός θεός Θωθ): «Ο άνθρωπος είναι θνητός θεός και ο θεός είναι αθάνατος άνθρωπος».
Κατ’ αυτά, Έλληνες είναι εκείνοι που (προ)φέρουν τον Έλληνα Λόγο και δη όχι όσοι ομιλούν, αλλά όσοι αισθάνονται την Ελληνική γλώσσα, όσοι μπορούν να την αποκωδικοποιήσουν και να διεισδύσουν στα άδυτα των αδύτων. Έλληνες, εν τέλει, ΔΕΝ είναι εκείνοι που κατοικούν στην Ελ λάδα, αλλά εκείνοι που (όπου και αν βρίσκονται, σε όποιο σημείο της γης και αν κατοικούν) προ – φέρουν τον Ελληνικό Λόγο.
Από το «λας» βγαίνει και το «λαός». Λαός σημαίνει «πλήθος από πέτρες». Ο Δευκαλίων και η Πύρρα κατά συμβουλήν του Διός μετά τον κατακλυσμό έριχναν πέτρες πίσω τους, οι οποίες μεταμορφώθηκαν σε ανθρώπους κι αυτοί οι άνθρωποι είναι οι πρόγονοι του σημερινού ανθρωπίνου γένους. Μπορεί εύκολα να υποθέσει κανείς, ότι πριν από τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα υπήρχε κάποιο πρότερο ανθρώπινο γένος που δεν ιστορήθηκε, μέλη του οποίου ήταν οι πρόγονοί μας, οι διασωθέντες Δευκαλίων και Πύρρα. Λοιπόν, οι πέτρες του Δευκαλίωνα έγιναν άντρες και οι πέτρες της Πύρρας έγιναν γυναίκες. Ίσως η παροιμία «έριξε μαύρη πέτρα πίσω του» να κρατάει από τότε ως ζευγάρι με το μύθο του Δευκαλίωνα και (ίσως) να σημαίνει ακριβώς το αντίθετο της δημιουργίας, δηλαδή το ρημαδιό, έναν τόπο, ένα σπίτι που έμεινε χωρίς τους ανθρώπους του.
 Συνοπτικά, η λέξη «Έλλην», σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό». Αυτός δηλαδή του οποίου η υψηλή κραδασμική συχνότητα είναι ίδια μ’ εκείνη του Φωτός, άρα του επιτρέπει να «βλέπει» την αντίστοιχη συχνότητα, στην οποία γίνονται ορατοί οι θεοί.  
Ας πάμε τώρα στη λέξη «άνθρωπος». Μας είπαν στο Σχολείο ότι η λέξη «άνθρωπος» προέρχεται από το «άνω θρώσκω» και αγνόησαν επιδεικτικά τις άλλες εκδοχές, διότι χρειάζονταν μία θεολογική ερμηνεία. Είναι σημαντικό να παραθέσουμε τα ευρήματα μιας άλλης, αποκαλυπτικής προσέγγισης:
Η λέξη «άνθρωπος» προέρχεται (κατά το Liddel & Scott) από το ανήρ + ωψ (γεν. ωπός, από το ρήμα ορώ) είναι «ο έχων όψιν ή πρόσωπον ανδρός». Ανδρ – ωπός. Όπως πρόσ – ωπον. Δεν είναι homo (χώμα), είναι «αυτός που είναι ανήρ κατά την όψιν» ή ακόμα και «αυτός μόνο – και όχι άλλος – που μπορεί να δει τον άνδρα», όπου ανήρ (άνδρας) είναι «αυτός που δεν είναι νηρός», δηλαδή νεαρός. Και (νηρός, νεαρός) σημαίνει πρόσφατος, ακραιφνής (ακεραιο – φανής, δηλαδή, ακέραιος, καθαρός, ανόθευτος) εξ ου το νηρόν, δηλαδή το νερόν, το ύδωρ, πρόσφατον ή ψυχρόν ύδωρ, άρτι κομισθέν εκ της πηγής, το δροσερό νερό, το φρέσκο νερό, ανήρ επομένως σημαίνει «αυτός που δεν είναι νηρός, δεν είναι νεαρός, δεν είναι νέος, αλλά ενήλιξ, έχων (σεβαστήν) ηλικίαν, αυτός που δεν έχει πλέον ανάγκη από ενσαρκώσεις, έχει ολοκληρώσει την πνευματική του διαδρομή, ο αρχαίος, ο σοφός, ο σεβάσμιος, ο φωτεινός. Δεν είναι ακραιφνής (ακεραιοφανής) δηλαδή δεν φαίνεται ακέραιος, άρα δεν είναι ορατός, αλλά αισθάνεσαι ίσως μία (φωτεινή) σκιά, ένα αερικό, ένα πνεύμα. {Βλ. και Νηρεύς, ο αρχαίος θαλάσσιος άρχοντας (των νηρών, νερών) της Μεσογείου, οι Νηρηίδες, οι κόρες του Νηρέα, οι Νεράιδες (των παραμυθιών) στις πηγές και τα ρυάκια}.
Το νηρόν (νερό) αφήνει εκστατικό τον προσεκτικό ιχνευτή, επειδή ως στοιχείο ταυτίζεται με την ουσία της νεότητος. Και, όντως, το νερό είναι μεταγενέστερο (δηλαδή νεότερο) του αντιθέτου του στοιχείου, του πυρός. Η παρατήρηση μπορεί να οδηγεί και στο ότι ο ανήρ (αντίθετο του νηρού, νεαρού) ισούται με το πυρ (αντίθετο του νερού) κατά την εξίσωση: Αν Α = Β και Β = Γ, τότε Α = Γ. Συνεπώς ο ανήρ = πυρ, δηλαδή πυρφόρος, αρχέγονος, θεός. Ανήρ, άνθρωπος, κατ’ επέκταση, σημαίνει «αρχαίος στην όψη» ή «αρχαίος όταν τον βλέπεις» ή «αιώνιος, με το πρόσωπό του σαν τη φωτιά, που μπορείς να τον δεις», δηλαδή αθάνατος, φωτεινός, θεός ή «ομοίωση του θεού». Μπορεί και να σημαίνει «το ον που μπορεί να δει τον Θεό σε αντίθεση με τα άλλα όντα». 
Συνοπτικά πάλι, η λέξη «άνθρωπος», όπως και η λέξη «Έλλην» σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό». Αυτός δηλαδή του οποίου η υψηλή κραδασμική συχνότητα είναι ίδια μ’ εκείνη του Φωτός, άρα του επιτρέπει να «βλέπει» την αντίστοιχη συχνότητα, στην οποία γίνονται ορατοί οι θεοί. Έλλην ή Άνθρωπος είναι η εξελιγμένη πνευματικά οντότητα και καθόλου βέβαια ο πολίτης ενός κράτους, το οποίο αυθαίρετα και για λόγους υποτιθέμενης ιστορικής εξελιξιμότητας ονομάζεται «Ελλάς».

Η ανακάλυψη ότι οι δύο λέξεις «Έλλην» και «Άνθρωπος» (μοναδικά στην Ελληνική Γλώσσα) έχουν ετυμολογικά την ίδια ακριβώς αρχετυπική σημασία, οδηγεί σε νέα περιοχή αναζήτησης, κεντρικό αξίωμα της οποίας είναι ότι ο Έλλην – Άνθρωπος είναι διάφορος του βαρβάρου.
Το πρώτο συνθετικό της λέξης «άνθρωπος» είναι ίδιο με το πρώτο συνθετικό της λέξης «Ανδρομέδα». Μήπως κάτι τέτοιο δεν είναι τυχαίο; Ας το διερευνήσουμε:
Η λέξη «Ανδρομέδα» είναι σύνθετη λέξη. Αποτελείται από το ουσιαστικό «ανήρ» (γεν. ανδρός, δηλαδή το πρώτο συνθετικό της λέξης «άνδρ – ωπος» ή «άνθρ – ωπος») και το αρχαίο ρήμα «μέδω», το οποίο σημαίνει: άρχω, κυβερνώ, βασιλεύω, προστατεύω. Μέδων (συναντάται στον Όμηρο), Μεδεών (Δήμος Μεδεώνος, στην Ακαρνανία), Μέδουσα. Πρόσφατα η Επιστήμη ανακάλυψε την «αθάνατη μέδουσα». Η οποία αντί να πεθάνει, ανανεώνει τα κύτταρά της και αρχίζει τη ζωή της από την αρχή…

Λοιπόν, «Ανδρο – μέδα» σημαίνει «ο (ουράνιος) τόπος, όπου βασιλεύει ο άνθρωπος». Αυτός ο αρχαίος, ο φωτεινός, ο πύρινος, ο αθάνατος, ο άνθρωπος, είναι Έλ – λην. Πύρινος; Ναι. Όπως και η λέξη «Σείριος», η οποία (κατά το Liddell & Scott) σημαίνει: “Ο κατακαίων, θέριος (καλοκαιρινός) θερμός, όνομα του κυνάστρου, Λατ. Sirius (ίδε κύων V) επειδή ο αστήρ ούτος χαρακτηρίζει την εποχήν της μεγίστης θερμότητος, δηλ. από 12 Αυγούστου μέχρι 12 Σεπτεμβρίου κατά το Ιουλ. Ημερολ.”. Κατακαίων δε, καυτός, μπορεί να είναι ο Σείριος όχι εν τοις πράγμασι, αλλά με την πνευματική έννοια. Εξ ου και ο όρκος του Σωκράτη «μα τον Κύνα».
Ελλάνιος, Έλλην, Άνθρωπος, Ανδρομέδα, Σείριος, είναι πέντε λέξεις που σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους, έχουν ετυμολογικά την ίδια ρίζα, την ίδια καταγωγή, έχουν μάλλον κοινό παρανομαστή. 
Επομένως, η λέξη “άνθρωπος” δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από το «άνω θρώσκω» (η ερμηνεία αυτή θα φάνταζε αμφισβητίσιμη έως αβάσιμη) αλλά από την γενική ή την αιτιατική του “ανήρ + ωψ”. Α + νηρ σημαίνει κατά λέξη “αυτός που δεν είναι νηρός, δηλαδή νεαρός”, δηλαδή ο παλαιός, ο αρχαίος, ανήρ δεν σημαίνει το αρσενικό που είναι σε αντιπαράθεση με το θηλυκό. Η λέξη «ανήρ» (γεν. ανδρός ή ανθρός) περιέχει και το αρσενικό και το θηλυκό, γι’ αυτό και οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «άνδρες Αθηναίοι», δεν το έκαναν από περιφρόνηση προς τις γυναίκες, όπως νομίζουν οι αδαείς…

Για την λέξη «Έλλην» στην Αγγλική γλώσσα ΔΕΝ υπάρχει αντίστοιχη λέξη. Ας σκεφτούμε πονηρεμένα ότι είναι τουλάχιστον περίεργο. Υπάρχει μόνο η λέξη Greek που περιέργως μεταφράζεται… Έλλην. Ούτε για την λέξη «Ελλάς» υπάρχει αντίστοιχη Αγγλική λέξη. Υπάρχει μόνο η λέξη Greece. Που, αντίστοιχα, σημαίνουν «Γραικός» και Γραικία». Αν – αντίστοιχα με την Ελλάδα – ήθελαν οι Αγγλόφωνοι να πουν «Έλλην», όπως αντίστοιχα με την Γραικία είπαν «Greek», θα έπρεπε να γράψουν hellene ή heliin ή hallien ή halien ή alien. Λοιπόν, τη λέξη alien ή eilien (όπως τη βρήκαμε στα λεξικά) την κράτησαν για ν’ αποδώσουν μ’ αυτή τη λέξη την έννοια «εξωγήινος». Μια λέξη που προφέρεται κάτι σαν «έλιεν». Alien ή eilien σημαίνει αλλοδαπός, εξωγήινος, άγνωστος, ξενικός. Αλλά ο ήχος αυτής της Αγγλικής λέξης τι θυμίζει; Μήπως (μασημένα) … Έλλην;
Η λέξη hal-lien της Δύσης έχει την ίδια εννοιολογική σημασία με τη λέξη «λας» (και Λάσσα του Θιβέτ) της Ασίας … 
Συναφές θέμα είναι η λέξη «Γραικός». Η ετυμολογία της λέξης είναι μάλλον άγνωστη. Πέραν της μυθολογικής, υπάρχουν διάφορες εκδοχές, κυριότερη από τις οποίες είναι εκείνη των Λατίνων, που ονόμασαν Γραικούς τους Έλληνες αποίκους στην αρχαία Ρώμη και κατάγονταν από την πόλη Γραία της Εύβοιας.
Δεν θα ήταν όμως άνευ αξίας να επιχειρήσουμε κάποια ετυμολογική προσέγγιση. Κατά τον Αριστοτέλη (στα Μετεωρολογικά του) λέει ότι στην περιοχή της Δωδώνης κατοικούσαν οι Σελλοί, που αποκαλούνταν Γραικοί και τώρα Έλληνες. Φαίνεται ότι η λέξη «Γραικός» είναι αρχαιότερη της λέξης «Έλλην», έχει επομένως σχέση ότι η λέξη «γηραιός» είναι συνώνυμο της λέξης «ανήρ». Τη λέξη «ανήρ» την αναλύσαμε παραπάνω: ο μη νέος, ο παλαιός, ο ειδωλολάτρης, ο κακός άνθρωπος, ο αντίχριστος, ο λωποδύτης, δηλαδή ο παλαιός άνθρωπος, ο παλιάνθρωπος, ο Έλληνας, ο Γραικός. Λοιπόν, γραυς, γραία, γριά. «Γραία» είναι θηλυκό της λέξης «Γέρων». Γήρας. Και «γήρειον», δηλαδή το χνούδι κάποιων λουλουδιών που αποξηραίνεται και το παίρνει ο αέρας. Στα Λατινικά λέγεται «pappus». Εξ ου: Παππούς.
Με την προσέγγιση αυτή βρισκόμαστε σε καλό δρόμο. Έχουμε στόχο να βρούμε τη σημασία της λέξης «Γραικός» που σχετίζεται με την λέξη «παππούς», δηλαδή αρχαίος, παλαιός.
Οι Γραίαι (γριές) ήταν θυγατέρες του Φόρκυος και της Κητούς και φύλακες των Γοργόνων. «Γραικός» έγινε μετά την σύντμηση της λέξης «γραϊκός» που σημαίνει «αυτός που μοιάζει με γριά». «Γραίκες» είναι «οι των Ελλήνων μητέρες». «Γρέκι» στη λαϊκή γλώσσα των ξωμάχων ακόμα σήμερα είναι το παλιό (συλλογικό, μάλλον) καταφύγιο, όπου μπορείς να κοιμηθείς με ασφάλεια..
Στην αναζήτηση αυτή μπορεί να έχει σημασία και η ετυμολογία της λέξης «Έλλοψ». Από τη λέξη αυτή βγαίνει και η λέξη «ελλά», που σημαίνει καθέδρα. Άρα: Ελλάς (ή Ελλανία) είναι «η έδρα των θεών». Ελλοί ή Σελλοί, οι ιερείς της Δωδώνης. Έλληνες ή Ελλάνιοι ή Ελλήνιοι είναι οι κάτοικοι της έδρας των θεών ή, μάλλον, οι απόγονοί τους. Ελλοπία ήταν η χώρα της Δωδώνης. Έλλοψ ήταν υιός του Ίωνος. Έλλοπες ήταν οι «ελλείποντες της οπός, τουτέστιν άφθογγοι, άφωνοι και οι λεπιδωτοί και δασείς και τραχείς».
Λοιπόν, αυτοί οι λεπιδωτοί και δασείς και τραχείς ήταν οι πανάρχαιοι Γραικοί, αρχαιότεροι των Ελλήνων. Σε κάποια στιγμή της Ιστορίας έγιναν αποδέκτες της Γνώσης, του φωτός (Ελ ή Ηλ) ή του πυρός του Προμηθέα (Πύρρα) και μετατράπηκαν σε εκείνους που μπορούσαν να δουν τον θεό, μετατράπηκαν δηλαδή σε «Έλ – λην».
Πηγή         
Αναδημοσίευση και επιμέλεια: Philomαtheia 09 Νοεμβρίου 2019
Το αυθεντικό κείμενο υπέστη μικρές τροποποιήσεις σε συντακτικό και μορφολογικό επίπεδο, οι οποίες δεν έχουν επηρεάσει το περιεχόμενο, την σημασιολογία και το ύφος του. Για το αυθεντικό κείμενο ανατρέξτε στην συνημμένη πηγή.

Σχόλια