Ετυμολογία ή αυθαιρεσία του γλωσσικού σημείου; (ετυμολογία των λέξεων αφηνιάζω, στηλιτεύω, ηλικία, όνειρο κ.α.)

(χρόνος ανάγνωσης: 11 λεπτά)

Ένα απ' τα πιο συνηθισμένα πεδία λεκτικής διαμάχης μεταξύ ενός γλωσσολόγου κι ενός κλασικού φιλολόγου, είναι η ύπαρξη ή όχι μιας εγγενούς σχέσης μεταξύ μιας λέξης και του νοήματος που μεταφέρει. Συγκεκριμένα, οι κλασικοί φιλόλογοι (φιλόλογοι οι οποίοι ασχολούνται με την αρχαία ελληνική και λατινική κατά βάση γραμματεία) τείνουν να στηρίζουν ότι όλες οι λέξεις έχουν βαθιές ρίζες που φτάνουν ακόμα και πριν την γνωστή σε μας αρχαιότητα, ότι οι λέξεις δεν περιγράφουν απλώς ένα νόημα αλλά είναι το νόημα, η γνωστή σε μας ετυμολογία (λόγος για το έτυμον, το αληθές, το ορθό). Αντίθετα, οι περισσότεροι γλωσσολόγοι (μελετητές της γλώσσας ως φαινόμενο, περιγραφικοί αναλυτές, ερευνητές της γλώσσας ως εργαλείο επικοινωνίας) τείνουν να πιστεύουν στο λεγόμενο αυθαίρετο του γλωσσικού σημείου, δηλαδή το ότι η σχέση ανάμεσα σε μια λέξη και στο νόημα που μεταφέρει είναι εντελώς αυθαίρετη, αποτέλεσμα σύμβασης, συμφωνίας μεταξύ των ομιλητών μιας γλώσσας (και κατ' επέκταση, θα μπορούσε να αλλάξει απλώς αν αποφασίζαμε να το συμφωνήσουμε).


Για παράδειγμα, η λέξη τραπέζι.
Πολλοί γλωσσολόγοι θα έλεγαν ότι η λέξη αυτή δεν μας φανερώνει κάποια σημασία, πρέπει κάποιος να μας πει, να μας διδάξει ότι το συγκεκριμένο έπιπλο το ονομάζουμε τραπέζι, οπότε μαθαίνουμε να το λέμε έτσι.
Στον αντίποδα, κάποιοι φιλόλογοι θα υποστήριζαν ότι το τραπέζι προέρχεται από τις λέξεις τεσσερα και πόδι οπότε πώς γίνεται να στηρίζουμε ότι δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στη λέξη και στο νόημα της; 
Μα ναι, μπορεί να προέρχεται από αυτές τις λέξεις αλλά σήμερα, οι σύγχρονοι ομιλητές της ελληνικής δεν μπορούν να γνωρίζουν το παρελθόν μιας λέξης, παρά μόνο αν το διδαχθούν. Άρα, εφόσον η λέξη δεν σημαίνει κάτι για εμάς, θα μπορούσε κάλλιστα να αντικατασταθεί με κάποια άλλη.
Όμως το ότι η διδαχή είναι απαραίτητη για την γνώση της ετυμολογίας μιας λέξης δεν αποτελεί λόγο να αφηφίσουμε την σχέση λέξης-νοήματος. Δεν μπορούμε να πούμε ότι κάτι δεν αληθεύει επειδή απλώς δεν το γνωρίζουμε. Άρα, μόλις μάθουμε ότι το τραπέζι σημαίνει το έπιπλο που έχει τέσσερα πόδια, αυτομάτως απαγορεύεται να το ονομάσουμε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Και η συζήτηση συνήθως καταλήγει με τους υποστηρικτές των δύο απόψεων να παραμένουν αδιάλακτοι, χωρίς εν τέλει κάποιο αποτέλεσμα για το τί πραγματικά ισχύει, και σε ποιό επίπεδο. 

Επομένως, τι ισχύει στην πραγματικότητα;

Στην προσπάθειά μας να εξάγουμε κάποιο ασφαλές και λογικό συμπέρασμα, ας κάνουμε, πρωτίστως, ένα ταξίδι ανάμεσα σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, πολλές φορές καθημερινες λέξεις και στην ετυμολογία τους, είτε φανερή είτε υποθάλπουσα.
  • άναυδος: γνωρίζουμε ότι σημαίνει “έκπληκτος” μέσω της διδαχής. Η λέξη αυτή όμως προέρχεται από το στερητικό α(ν) και τη λέξη αυδή, που σημαίνει φωνή. Σημαίνει κυριολεκτικά “έμεινα χωρίς φωνή”.

  • χορταίνω: “ολοκλήρωσα το φαγητό και επήλθε ο κορεσμός”. Σημαίνει όμως κυριολεκτικά “γέμισα την κοιλιά μου με χόρτο” πρβλ. χόρτος γαστρός και προς χορτασμόν τοῡ ανθρώπου ἐξήρκει ἤ γῆ.

  • κώδικας: αυτό που γνωρίζουμε είναι οτι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κώδιξ η οποία προέρχεται από την λατινική codex (μορφή του τότε βιβλίου). Όμως το codex είναι αντιδάνειο της αρχαίας ελληνικής λέξης κώδιον που σήμαινε “δέρμα προβάτου”. Πάνω στο κώδιον συνήθιζαν να κοιμούνται, εξ ου και το κος (=σπήλαιον) > κέω-(ὑπνῶ) > κέομαι > κοιμῶμαι > κοιμάμαι

  • κλήρος: πρβλ. φράση “μου έτυχε ο κλήρος”. Η λέξη αυτή είναι ηχομιμητική και σημαίνει κλαράκι, διότι για να τραβήξουν κλήρο, τράβαγαν ο καθένας ένα κλαράκι και ανάλογα το συμφωνημένο μέγεθός του σε σχέση με τα υπόλοιπα, κέρδιζε ή έχανε.

  • αφηνιάζω“εξοργίζομαι”, κατά γράμμα “αποβάλλω  τα ηνία” δηλαδή τα χαλινάρια (όπως οι ίπποι όταν δυσαρεστούνταν).

  • ψηφίζω/ψήφος: ρίχνω την ψηφίδα (το πετραδάκι) μέσα στο συγκεκριμένο σκεύος για να δηλώσω την συμφωνία μου με κάτι (τις μετρούσαν και έβγαζαν το αποτέλεσμα).

  • αναχαιτίζω: “αναγκάζω κάποιον σε οπισθοχώρηση”, κυριολεκτικά τραβώ την χαίτη (του αλόγου) για να το κάνω να σταματήσει.

  • στηλιτεύω: “επικρίνω”, κυριολεκτικά εκθέτω κάποιον δημοσίως και τον στιγματίζω, αναγράφοντας το όνομά του σε στήλη.

  • στίβος: “χώρος άθλησης για το ομώνυμο άθλημα”, από το στίβω = καταπατώ (καλά πατημένο χώμα που προσφέρεται ως τόπος άθλησης).

  • μέθηη κατάσταση που έπεται την υπέρογκη πόση οινοπνεύματος”, από το μετά το θύειν (μετά την θυσία έπιναν οίνο, κατά βάση πολύ).

  • φύλλο (βιβλίου): επειδή έγραφαν σε φύλλα

  • σελίδα: από το σελίς (ξύλινοι πίνακες με σήματα) > σέλματα (γενικά τα ξύλινα παραγόμενα) > ὕλη (δάσος, ξυλεία).

  • αστέρι: αρχαία ελληνικά αστήρ > (ασ)τείρεα > τείρω > φθείρω = καταστρέφω, επειδή γνώριζαν ότι τα αστέρια ήταν ουράνια σώματα που πέθαιναν, και εκείνοι έβλεπαν απλώς την λάμψη που διαχεόταν στο σύμπαν.

  • ηλικία: από τον ἓλιξ = έλικα, δηλαδή το πόσες περιστροφές έχει κάνει κάποιος γύρω από τον ήλιο (γνώριζαν ότι η γή κάνει πλήρη περιστροφή γύρω από τον ήλιο μέσα σε 365 μέρες)

  • ώρα: ᾥρα > χώρα (το που ακριβώς βρίσκεται η γη μια συγκεκριμένη στιγμή σε σχέση με τα υπόλοιπα ουράνια σώματα)

  • όνειρο: από το ὄναρ > ὀνῶ = ωφελώ, ωφελεί γιατί απελευθερώνει το υποσυνείδητο.

  • συνδαιτυμόνες: από το δαίς = μερίδα, μερίδιο (που τρώει στο ίδιο τραπέζι με άλλους).
Ευκόλως αναγόμενο και αρχικό συμπέρασμα: σίγουρα ισχύει η ετυμολογία. Το να μην πιστεύεις στην ύπαρξη της, είναι σαν να μην πιστεύεις στην προγιαγιά σου, ή στον εαυτό σου όταν ήταν δέκα χρονών. Η γλώσσα (ειδικά η ελληνική) έχει συνέχεια μέσα στο χρόνο, γεμάτη αλλαγές, απλοποιήσεις, συγχωνεύσεις, και κάθε λογής τροποποιήσεις και επηρεασμούς, και όπως είναι λογικό κάθε λέξη μεταβάλει πολύ ή λίγο το νόημα της. Η ιστορία μιας λέξης δεν μπορεί να αλλάξει, και όσο υπάρχουν τα αρχαία κείμενα και τα μελετάμε, μπορούμε να επιβεβαιώνουμε ή να διαψεύδουμε διάφορες προελεύσεις, να κάνουμε υποθέσεις και να προτείνουμε λύσεις.

Όσο για την αυθαιρεσία του γλωσσικού σημείου; Επίσης σίγουρα ισχύει. Η διαφορά έγκειται στο ότι για κάθε λέξη ο βαθμός αυθαιρεσίας ποικίλλει (όσο κι αν τείνουν να διαφωνούν και οι δύο πλευρές ορισμένες φορές, ωφείλουμε να το δούμε). Για παράδειγμα, η λέξη πέντε (που σημαίνει την ποσότητα 5) είναι αυθαίρετη (εκτός αν την μελετήσουμε με τη σκοπιά της Ινδοευρωπαϊκής Θεωρίας οπότε κι εκεί είναι λεπτά τα όρια), αλλά το πενθήμερη είναι λιγότερο αυθαίρετη, εφόσον αποτελείται από τις λέξεις πέντε και ημέρα. Επίσης, ακόμα λιγότερο αυθαίρετες είναι και οι ηχομιμητικές λέξεις (λ.χ. γαβγίζω, γάργαρος, κρότος κ.ο.κ.) καθώς αποτυπώνουν σχεδόν απευθείας τη σημασία της λεξης, τον ήχο της. Και για να επανέλθουμε στο αρχικό παράδειγμα, η λέξη τραπεζι δεν είναι απολύτως αυθαίρετη καθώς αποτελείται από τις λέξεις τέσσερα και πόδι. Οι δύο αυτές λέξεις όμως, είναι αυθαίρετες, και πόσο; Εκεί λαμβάνει χώρα η μελέτη της ιστορίας της γλώσσας.

Ο άνθρωπος στη βαθιά προϊστορία και όταν ξεκίνησε να δημιουργεί την γλώσσα, βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην ηχομίμηση (την αναπαράσταση ήχων μέσα από τα γράμματα, τους φθόγγους που έβγαζε από το στόμα στην προσπάθειά του να επικοινωνήσει). Για αυτό τον λόγο, είναι αδύνατον να αρνηθούμε την λογική και υπαρξιακή σχέση ανάμεσα σε πολλές λέξεις και στη σημασία τους, ειδικά σε γλώσσες που στην ουσία τους δεν έχουν αλλάξει ριζικά από την προϊστορική μορφή τους. Συν το ότι, στην αρχαιότητα όπως είδαμε, οι άνθρωποι έτειναν εις γνώσιν τους να περιλαμβάνουν ολόκληρες περιγραφες και κοσμοθεωρίες μέσα στο νόημα μιας μόνο λέξης.

Κατά το πέρας των αιώνων όμως, η γλώσσα έπαψε να περιγράφει ήχους και ενέταξε στο πεδίο της και λογικούς συλλογισμούς, επηρεάστηκε από κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, αλληλεπίδρασε με πλήθος άλλων γλωσσών, και πήρε από αυτές στοιχεία (κάθε φορά που γινόταν μια τέτοιου είδους αλλαγή στη γλώσσα, αυξανόταν η αυθαιρεσία μεταξύ λέξης-σημασίας, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα πλέον την μη διαφάνεια ενός νοήματος καλά κρυμμένου σε μια αλλοιωμένη λεξική μορφή). Σίγουρα υπάρχουν σημεία στις σημασίες των λέξεων που δεν μπορούμε να διαφωτίσουμε καθώς έχουν φθαρεί στον χρόνο και δεν μπορούμε να βρούμε την προέλευσή τους. Αυτό σημαίνει ότι είναι αυθαίρετες;

Κάτι όμως που αξίζει να αναφέρουμε, είναι το γεγονός ότι η ιστορία των λέξεων, το βάθος και η ετυμολογία τους ποικίλλει ανάλογα με τη γλώσσα. Ας πάρουμε για παράδειγμα την λέξη αυγό. Ετυμολογικά συγγενεύει με την αυγή, το νέο ξεκίνημα, την αρχή της ζωής (και όχι αβγό, το οποίο είναι απολύτως αυθαίρετο, χωρίς κανένα λόγο να το μετατρέψουμε έτσι). Το αγγλικό όμως egg (που προέρχεται από τοn τύπο ey της πρωτο-γερμανικής οικογένειας γλωσσών) δεν φαίνεται να περικλύει κάποια σημασία. Όσο πίσω κι αν πάμε στην ιστορία της, και καταλήξουμε στον τύπο *h₂ōwyóm της Πρωτο-Ινδοευρωπαϊκής, δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε κανενός είδους σχέση μεταξύ της λέξης και του νοήματος που μεταφέρει. Μπορούμε να φανταστούμε, σε ένα καθαρά υποθετικό σενάριο, τους ανθρώπους που μόλις έχουν συνταχθεί σε ομάδες γιατί έχουν καταλάβει ότι μόνο έτσι μπορούν να σωθούν από τα θηρία, να προσπαθούν να επικοινωνήσουν σχετικά με το ότι “υπάρχει κάτι που μπορούμε να φάμε, είναι το αυγό”. Εφόσον όμως δεν είχαν γλώσσα (αλλά αντίθετα, τότε υποθετικά την δημιουργούσαν) είναι πιθανόν να έβγαζαν ασυνάρτητες, άναρθρες κραυγές με σκοπό να περάσουν αυτό το μήνυμα με κάποιον τρόπο. Η αυθαιρεσία λοιπόν του γλωσσικού σημείου, σχετίζεται άμεσα όχι μόνο με το βάθος χρόνου στο οποίο αναφερόμαστε, αλλά και στο ποια γλώσσα μελετάμε.

Και για να επιστρέψουμε στο παράδειγμά μας, το τραπέζι, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι μπορούμε να κάνουμε μια συμφωνία και να αλλάξουμε το όνομα στο συγκεκριμένο έπιπλο. Γιατί να το κάνουμε αυτό; Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο τείνουμε να αλλάξουμε τα νοήματα, να ξεχάσουμε την ιστορία των λέξεων; Αν όχι δέος, η ετυμολογική ιστορία των λέξεων θα έπρεπε να μας προξενεί το λιγότερο σεβασμό απέναντι στη μεγαλοφυΐα των ανθρώπων, στην ευρυματικότητα, παρατηρητικότητα και ανάλυση του περιβάλλοντος και του κόσμου σε τόσο μεγάλο σημείο ώστε να θέλουν να δώσουν σε κάθε λέξη περιεχόμενο και ουσία σελίδων. 

Η μεγαλειότητα ενός σύγχρονου κράτους-έθνους σίγουρα δεν ωφείλεται στο ένδοξο παρελθόν του ούτε πρέπει να προσπαθεί να αναδειχθεί λόγω αυτού, αλλά αυτό το παρελθόν, γιατί να διασαλευτεί;
Είναι τόσο κακό να θυμάσαι;


Πηγές:
Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου: Ὁ ἐν τῇ λέξει λόγος
Wikipedia, lemma egg
Πύλη για την ελληνική γλώσσα: Saussure και αυθαιρεσία



Philomαtheia 24 Αυγούστου 2020

Σχόλια