Η κατανόηση αυτών των ορίων αποτελεί κριτήριο συγγραφικής ωριμότητας, και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής κάθε συγγραφέα: είτε επαγγελματία, είτε αρχάριου, είτε —και αυτό είναι το σημαντικότερο— πρωτοεμφανιζόμενου/ης δημιουργού.
Στο παρόν άρθρο, επομένως, θα παρουσιαστούν συντόμως κάποια συχνά μεθοδολογικά σφάλματα από την πλευρά των συγγραφέων, αλλά και κάποιοι βασικοί, ρητοί και άρρητοι, κανόνες που διέπουν αυτή τη συνεργασία υπό τη μορφή καλών πρακτικών για την αποφυγή κακοδιαχειρίσεων —πρωτίστως, προς το συμφέρον του ίδιου του κειμένου.

Η κειμενική επιμέλεια ως μια διαδικασία προσεκτικής ανάγνωσης, διόρθωσης και συνεργασίας. | ChatGPT Generated Image
Η παράδοση του χειρογράφου στον/στην επαγγελματία επιμελητή/τρια κατά την έναρξη της συνεργασίας σηματοδοτεί την προσωρινή διακοπή της συγγραφικής διαδικασίας από τον/την δημιουργό. Από τη στιγμή εκείνη, το κείμενο εισέρχεται σε καθεστώς επεξεργασίας και το αρχείο θεωρείται προσωρινά κλειδωμένο. Η αποστολή αποσπασματικών προσθηκών ή διορθώσεων εκ των υστέρων συνιστά μεθοδολογικό σφάλμα· απορρυθμίζει τον ρυθμό της εργασίας, αλλοιώνει το χρονοδιάγραμμα παράδοσης και αναγκάζει τον/την επιμελητή/τρια σε διαρκείς αναδρομές, οι οποίες αυξάνουν την πιθανότητα σφαλμάτων στη δομική συνοχή του έργου.
Παράλληλα, μια δεδομένη αλλά ευκόλως παραγνωρισμένη αλήθεια είναι ότι η κειμενική επιμέλεια αποτελεί μια διαδικασία στενά συνδεδεμένη με τον αρχικό όγκο του παραδοθέντος υλικού. Οποιαδήποτε απόφαση για εκτεταμένη διεύρυνση του κειμένου (όπως η προσθήκη νέων κεφαλαίων ή σκηνών) μετά την έναρξη ή την ολοκλήρωση της επιμέλειας, δεν μπορεί να λογιστεί ως «συμπληρωματική διόρθωση». Πρόκειται για μια νέα ανάθεση, η οποία απαιτεί επανακοστολόγηση βάσει του νέου αριθμού λέξεων και, φυσικά, αναθεώρηση του τελικού χρονοδιαγράμματος.
Η επαγγελματική επικοινωνία κατά τη διάρκεια αυτής της σύμπραξης οφείλει να είναι εξίσου δομημένη. Οι παρατηρήσεις, οι ενστάσεις και οι διευκρινίσεις του συγγραφέα δεν πρέπει να διασπείρονται σε άτυπα κανάλια επικοινωνίας ή σε ασύντακτα μηνύματα. Η ορθή πρακτική επιβάλλει τη συγκέντρωση των σχολίων είτε εντός του ίδιου του αρχείου (μέσω της λειτουργίας των σχολίων του επεξεργαστή κειμένου) είτε σε ένα ενιαίο, αναλυτικό ηλεκτρονικό μήνυμα, διασφαλίζοντας έτσι την ιχνηλασιμότητα της κοινής εργασίας.
Επί της ουσίας η επιμέλεια δεν αποτελεί λογοκρισία, αλλά τη δικλείδα ασφαλείας κάθε κειμένου. Ενώ ο/η συγγραφέας παραμένει ο απόλυτος ιδιοκτήτης και η απόλυτη ιδιοκτήτρια της ιδέας και του νοηματικού πυρήνα, ο επιμελητής και η επιμελήτρια αποτελούν τους κατεξοχήν αρμόδιους επαγγελματίες για ζητήματα γλωσσικής αρτιότητας, δομικής ισορροπίας και υφολογικής συνέπειας. Η τάση ορισμένων δημιουργών να απορρίπτουν συλλήβδην τις επιμελητικές υποδείξεις —είτε από εγωισμό, είτε από συναισθηματική προσκόλληση στην αρχική μορφή του κειμένου, είτε από απλή άγνοια του τρόπου λειτουργίας μιας τέτοιας συνεργασίας— οδηγεί αναπόφευκτα σε κείμενα με εμφανείς αδυναμίες, με ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες για την εικόνα τόσο του/της συγγραφέα όσο και του/της επιμελητή/τριας απέναντι στους εκδοτικούς οίκους και το αναγνωστικό κοινό.
Όταν το επιμελημένο χειρόγραφο επιστρέφει ως τελικό παραδοτέο στον δημιουργό για τον τελικό έλεγχο, τυχόν παρεμβάσεις του/της οφείλουν να είναι χειρουργικές. Ο/Η συγγραφέας καλείται να εγκρίνει ή να συζητήσει τις αλλαγές, προβαίνοντας μόνο σε στοχευμένες μικροδιορθώσεις εκεί όπου θεωρεί ότι αλλοιώνεται η πρόθεσή του/της, και πάντα υπό κοινή συνεννόηση με τον/τη συνεργάτη/τριά του. Το να προχωρά σε ριζικό «ξήλωμα» και εκ νέου συγγραφή ολόκληρων τμημάτων πάνω στο ήδη επιμελημένο αρχείο ακυρώνει την επαγγελματική υπογραφή του επιμελητή και καταστρέφει μια εργασία μηνών, επαναφέροντας το κείμενο σε μια άναρχη, προ-επιμελητική κατάσταση.
Στη σύγχρονη εκδοτική πραγματικότητα, συναντάται συχνότατα και το φαινόμενο της προσφυγής σε αυτοματοποιημένα ψηφιακά εργαλεία ή συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης για τη «βελτίωση» του κειμένου μετά την επιμέλεια. Η ανεξέλεγκτη ή εκτεταμένη χρήση τέτοιων εργαλείων μετά την ολοκλήρωση της επιμέλειας συνιστά μια προβληματική πρακτική για μια σειρά από λόγους.
Ενδεικτικά, τα εργαλεία αυτά στερούνται κειμενικής διαίσθησης, εισάγουν συχνά τεχνητά ή υφολογικά ξένα στοιχεία και απογυμνώνουν το κείμενο από τη λογοτεχνική του ιδιοπροσωπία. Η αυθαίρετη χρήση τους πάνω σε ένα ήδη επιμελημένο χειρόγραφο υποβαθμίζει το τελικό αποτέλεσμα, ακυρώνει την επαγγελματική διεργασία του/της επιμελητή/τριας, και ενέχει τον κίνδυνο αυτόματης απόρριψης από εκδότες που αναζητούν την αυθεντικότητα. Στην πράξη, αυτό μπορεί να οδηγήσει στην ανάγκη επανεξέτασης ολόκληρου του κειμένου από την αρχή, σε έναν δεύτερο, τελικό «γύρο» επιμέλειας, με σκοπό την αποκατάσταση της συνολικής νοηματικής, γλωσσικής και υφολογικής συνοχής του, αλλά και την εξάλειψη ή αναδιαμόρφωση στοιχείων που έχουν αλλοιώσει την αυθεντική συγγραφική φωνή ή παραπέμπουν σε αυτοματοποιημένη παραγωγή κειμένου.
Το σοβαρότερο, ωστόσο, δεοντολογικό ατόπημα εντοπίζεται στην προώθηση «πειραγμένων» αρχείων στους εκδοτικούς οίκους. Η αποστολή ενός χειρογράφου στο οποίο ο συγγραφέας έχει πραγματοποιήσει αυθαίρετες τροποποιήσεις μετά την ολοκλήρωση της επιμέλειας —συνοδευόμενη από τον ισχυρισμό ότι το κείμενο φέρει την υπογραφή του/της οποιουδήποτε επαγγελματία επιμελητή/τριας— αποτελεί πράξη βαθιά αντιδεοντολογική· και αυτό γιατί αποδίδει σε έναν επαγγελματία την ευθύνη για ένα αποτέλεσμα το οποίο δεν έχει ελέγξει, ούτε έχει εγκρίνει.
1. Η παράδοση του χειρογράφου στον/στην επιμελητή/τρια θέτει σε προσωρινή παύση τη συγγραφική διαδικασία.
2. Η αποστολή αποσπασματικών προσθηκών ή διορθώσεων κατά τη διάρκεια της επιμέλειας αποφεύγεται, ή πραγματοποιείται έπειτα από συνεννόηση.
3. Οι παρατηρήσεις και οι διευκρινίσεις του/της συγγραφέα συγκεντρώνονται ενιαία και οργανωμένα, σε συμφωνημένα κανάλια επικοινωνίας.
4. Η γλωσσική, δομική και υφολογική επεξεργασία του κειμένου αποτελεί αρμοδιότητα του/της επιμελητή/τριας.
5. Ο έλεγχος του τελικού παραδοτέου περιορίζεται σε στοχευμένες μικροδιορθώσεις και όχι σε εκτεταμένη επανασυγγραφή.
6. Η προσθήκη νέου υλικού μετά την έναρξη ή την ολοκλήρωση της επιμέλειας συνιστά νέα ανάθεση.
7. Η χρήση αυτοματοποιημένων εργαλείων επεξεργασίας μετά την επιμέλεια δεν συνάδει με τις αρχές της εκδοτικής δεοντολογίας και πρέπει να αποφεύγεται.8. Η προώθηση τροποποιημένων αρχείων με αναφορά στην επιμέλεια τρίτου επαγγελματία δεν αποτελεί ασφαλή εκδοτική πρακτική.
Όταν ο δημιουργός προσεγγίζει τη διαδικασία με την απαιτούμενη ωριμότητα, σεβόμενος την αυθεντία και τα όρια του συνεργάτη του, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ένα άρτιο βιβλίο, αλλά μια υποδειγματική εκδοτική συνεργασία. Μια συνεργασία που δεν απειλείται από την ύπαρξη ορίων, αλλά στηρίζει την επιτυχία της σε αυτή.


..png)




