Λεξιλογική Μεταβολή (παράδειγμα)

[1], [2], [3], [4]
Μια λέξη που δεν υπάρχει επίσημα στην Ελληνική γλώσσα αλλά χρησιμοποιείται άτυπα σε συγκεκριμένες συνθήκες, και με βάση φωνολογικούς / μορφολογικούς / σημασιολογικούς κανόνες μπορεί κάλλιστα να καθιερωθεί, είναι η λέξη «κλείδωστρο».

Μορφολογία: Ρήμα ‘κλειδώνω’ + Παραγωγικό Επίθημα ‘στρ’ + Κλιτικό Επίθημα ‘ο’ [κλείδ-ω-στρ-ο] Κατ’ αναλογίαν με άλλους σχηματισμούς (λ.χ. κλείστρο).

Σημασιολογία: «κάθε χειροπιαστή, μη ψηφιακή συσκευή που χρησιμεύει στο κλείδωμα ενός μηχανικού ή άλλου συστήματος». Τέτοιες συσκευές μπορεί να είναι από τις κλειδαριές και τους σύρτες των πορτών, και τους μοχλούς «άνω-κάτω / open-close στα συρόμενα παράθυρα αλουμινίου, μέχρι τα λουκέτα, τις ασφάλειες των ποδηλάτων κ.ο.κ.

Πιθανή Προέλευση: Μέχρι πρόσφατα, για την σημασία της συγκεκριμένης λέξης υπήρχε η λέξη ‘κλείστρο’. Όταν αυτή άρχισε να μεταβάλλει τη σημασία της (εξάρτημα στα όπλα / φωτογραφικές μηχανές) η λέξη με την οποία περιγράφουμε τις συσκευές που χρησιμεύουν στο κλείδωμα, χάθηκε. Όμως επειδή η ανάγκη ύπαρξης μιας λέξης με τέτοιο νόημα εξακολουθεί να υπάρχει, δημιουργήθηκε μια καινούρια λέξη με ακόμα πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο, η λέξη ‘κλείδωστρο’.

Περιβάλλοντα Χρήσης: Κατά βάση μηχανολογικά (σε μαγαζιά που πωλούν οικιακά / μηχανικά εξαρτήματα, βρύσες, κλειδαριές, σιδερικά κ.ο.κ.) αλλά σε χρήση από άτομα κάθε κοινωνικής ομάδας ή περίστασης, καθώς αφορά ειδικό τεχνικό λεξιλόγιο.

Τα λάθη του σήμερα είναι η νόρμα του αύριο”


Philomαtheia 06 Φεβρουαρίου 2021

Σχόλια