Γιατί απαγορεύεται να ελπίζεις

(χρόνος ανάγνωσης: 7 λεπτά)

Η έννοια της ελπίδας είναι ιδιαίτερα διφορούμενη. Όλοι εκ πρώτης όψεως θα λέγαμε ότι είναι θετικά φορτισμένη - πολύ θετικά μάλιστα. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Τί πίστευαν για την ελπίδα οι αρχαίοι ιστοριογράφοι Σενέκας, Τάκιτος και Θουκυδίδης; Μήπως θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο σκέψης μας, για μια ποιοτικότερη και αποτελεσματικότερη βίωση και ζωή;

O Σενέκας ο Νεότερος (1ος αι. μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός, ρήτορας, δραματουργός και στωικός φιλόσοφος. Στο έργο του Epistulae Morales (5.7) αναφέρει:

Desines timere, si sperare desieris”, δηλαδή:

“Θα σταματήσεις να φοβάσαι εάν σταματήσεις να ελπίζεις”.

Πώς όμως σχετίζεται ο φόβος με την ελπίδα, ειδικά όταν μοιάζουν τόσο ασύνδετα μεταξύ τους; Αναφέρει μέσω μιας παρομοίωσης ότι ο φόβος με την ελπίδα συνδέονται με τον ίδιο τρόπο, όπως ο φυλακισμένος με τον στατιώτη. Ο στρατιώτης είναι δεμένος με μια αλυσίδα με τον φυλακισμένο, προχωρεί μπροστά και ο φυλακισμένος ακολουθεί. Άσχετα με το ποιος είναι μπροστά, δεν παύουν να περπατούν μαζί, γιατί spem metus sequitur, ο φόβος ακολουθεί την ελπίδα. Κοινώς, όταν ελπίζεις χωρίς να πράττεις και χωρίς να γνωρίζεις, δεν έχεις παρά να φοβάσαι τί μέλλει γενέσθαι.

Ο Τάκιτος (1ος-2ος αι. μ.Χ.) ήταν ήταν ένας από τους σημαντικότερους Λατίνους ιστορικούς. Στο έργο του Agricola (30) στον Λόγο του αρχηγού μιας Βρετανικής φυλής (των σημερινών Σκωτσέζων) πριν την τελική μάχη με τους Ρωμαίους, αναφέρει:

Ita proelium atque arma, quae fortibus honesta, eadem etiam ignavis tutissima sunt”, δηλαδή: 
η ασφαλέστερη επιλογή για τους αδυνάμους είναι η μάχη και τα όπλα, τα οποία προσφέρουν τιμή στους γενναίους και δυνατούς

Έπειτα αναφέρει ότι υπήρχαν και περιπτώσεις μαχών στις οποίες άλλα έθνη είχαν εναποθέσει την ελπίδα για βοήθεια πάνω τους, έθνη για τα οποία η έκβαση δεν ήταν πάντοτε η αναμένουσα. Υπαινίσσεται έμμεσα, ή τουλάχιστον μπορούμε εμείς να εξάγουμε ως συμπέρασμα, ότι σε κάθε περίπτωση η καλύτερη επιλογή είναι να προσπαθήσεις εσύ ο ίδιος ακόμα κι αν δεν τα καταφέρεις, τουλάχιστον η αποτυχία σου θα οφείλεται σε εσένα τον ίδιο και όχι σε κάποιον άλλο, από τον οποίο περίμενες να σε σώσει.

Ο Θουκυδίδης του Ολόρου ο Αλιμούσιος (5ος - 4ος αι. π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας ιστορικός, γνωστός για τη συγγραφή της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι Μήλιοι, περιγράφει (5.103), αρνούνται να πάρουν μέρος στον πόλεμο με την ιδέα ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ελπίζουν να μην καταστραφούν απ' τους Αθηναίους. Αναφέρει δε ότι οι περισσότεροι, ενώ τους δίνεται η ευκαιρία να σωθούν στηριζόμενοι στην λογική τους,

πειδν πιεζομένους ατος πιλίπωσιν α φανερα λπίδες, π τς φανες καθίστανται μαντικήν τε κα χρησμος κα σα τοιατα μετ λπίδων λυμαίνεται.”, δηλαδή:

“όταν πιέζονται, τους εγκαταλείπουν οι προφανείς ελπίδες και στηρίζονται σε παράλογες, δηλαδή στη μαντεία και στους χρησμούς και σε όλα όσα μολύνονται υπό τη σκέπη της ελπίδας” 

Επικρίνει λοιπόν την τάση των ανθρώπων να στρέφονται σε ανώτερες δυνάμεις με την πρώτη δυσκολία, αντί να βάλουν τα δυνατά τους για να αντιμετωπίσουν το εκάστοτε εμπόδιο.

Η ελπίδα έλαβε την θετική χροιά που έχει σήμερα με το Χριστιανικό κήργυμα, επειδή όντως, αυτή εξυπηρετεί την ουσία και το νόημά του (ελπίδα για την σωτηρία, για την αιώνια ζωή κτλ). Και μια θρησκεία με τέτοια θηριώδη εξάπλωση ως τα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου είναι λογικό να εγκαθίδρυσε στα μυαλά και στις ψυχές των ανθρώπων και ολόκληρο το υπόβαθρο που πρεσβεύει, θρησκευτικό και μη. 

Η ελπίδα συνυφασμένη με την χαρά και την αισιοδοξία λοιπόν εμφιλοχωρεί όχι μόνο στους Χριστιανούς, αλλά σε όλους πλέον τους ανθρώπους, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη ερώτηση που οφείλει να απαντήσει ο κάθε ένας που ελπίζει σε κάποια σωτηρία με χαρά και προσμονή: πώς νιώθεις αισιοδοξία για ένα αποτέλεσμα, όταν δεν έχεις βάλει εσύ το χέρι σου; Πώς είσαι σίγουρος για την έκβαση; Θα εμπιστευόσουν το πολυτιμότερο ανάχρειό σου σε κάτι άλλο εκτός από σένα; Αφήνεις τα σημαντικά πράγματα στην τύχη τους;

Όταν ο ίδιος έχεις μοχθήσει για να πετύχεις κάτι, γνωρίζεις και διαισθάνεσαι το αποτέλεσμά του. Όταν για παράδειγμα προσέχεις τους ηλικιωμένους γονείς σου καθημερινά, γνωρίζεις ακριβώς την κατάστασή τους, από τί πιθανόν πάσχουν και πώς ακριβώς να τους προφυλάξεις. Όταν όμως τους επισκέπτεσαι μια φορά το μήνα για ένα οικογενειακό γεύμα και θεωρείς ότι έκανες το χρέος σου, δεν μπορείς να ελπίζεις ότι θα είναι καλά. Δεν μπορείς να ελπίζεις ότι δεν θα πέσουν πουθενά, δεν μπορείς να ελπίζεις ότι δεν θα φάνε κάτι χαλασμένο κατά λάθος, δεν μπορείς να ελπίζεις ότι πήραν ένα χάπι και όχι 3 γιατί το ξέχναγαν κάθε φορά, και γενικώς δεν μπορείς να ελπίζεις τίποτα, γιατί δεν ασχολήθηκες (και σίγουρα, αν πάθουν κάτι, δεν “τους ήθελε ο Θεός κοντά του” και τους πήρε, γιατί, όπως είπε κάποιος σπουδαίος, “ο Θεός δίνει ζωή, δεν παίρνει ζωή”).

Μπορεί να ισχυρίζεσαι ότι “ό,τι είναι να γίνει θα γίνειή μόλις συμβεί κάτι ότι ήταν θέλημα Θεού”, όμως τέτοιου είδους σαθρές μοιρολατρικές προκαταλήψεις είναι αυτές που παίρνουν μακριά σου όλα όσα αγάπησες ποτέ. Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, αδιαμφισβήτητα δεν μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα και προφανώς όλοι μας έχουμε το βασικό πανανθρώπινο δικαίωμα και ανάγκη να πιστεύουμε κάπου, σε κάτι, σε κάποιον. Κανείς δεν μας το στερεί αυτό, ούτε πρόκειται ποτέ. Το πολύ σημαντικό είναι να καταλάβουμε ότι στην καθημερινή ζωή και εμπειρία μας, απαγορεύεται να εναποθέτουμε τα πάντα στην ελπίδα. Απαγορεύεται να είμαστε ευθυνόφοβοι και μοιρολάτρες. Απαγορεύεται να κάνουμε πίσω, όταν πρέπει και μπορούμε να παλέψουμε για ό,τι ποθούμε. Αν δεν κάνεις αρκετά για κάτι, δεν αξίζεις να το έχεις. 

Άλλωστε, για τις περιπτώσεις που πρέπει να περιμένουμε για κάτι και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, υπάρχει πρωτίστως ο ορθολογισμός με τον οποίο μπορούμε έστω να εικάσουμε το αποτέλεσμα, αλλιώς η αισιοδοξία και η θετική σκέψη, με την οποία έχουμε περισσότερες πιθανότητες να λάβουμε κάτι θετικό πίσω.

Είναι διαφορετικό πράγμα να είσαι αισιόδοξος, να μεταδίδεις όλη σου τη θετική ενέργεια στο περιβάλλον γύρω σου και να απολαμβάνεις την θετικότητα που θα γυρίσει πίσω σε σένα,
και διαφορετικό να αδημονείς ελπίζοντας, μένοντας άπραγος.
Ό,τι κάνεις εσύ είναι πάντα καλό. Ό,τι κάνουν για σένα χωρίς εσένα, είναι πάντα άσκοπο.


Philomαtheia 04 Οκτωβρίου 2020

Σχόλια