Ο γυρισμός του ξενιτεμένου

Το ποίημα του Σεφέρη Ο γυρισμός του ξενιτεμένου αναφέρεται σε ένα διακείμενο που επανέρχεται ίσως συχνότερα από οποιοδήποτε άλλο, τουλάχιστον κατά την ώριμη περίοδο συγγραφής του, αυτό της Οδύσσειας και του εξανθρωπισμένου ΟδυσσέαΣυγκεκριμένα παραλληλίζεται η σκηνή της αναγνώρισής του με την Πηνελόπη όταν επέστρεψε στην Ιθάκη, κάτι που διαφαίνεται με αναφορές σε ολόκληρο το ποίημα (χρόνια ξενιτεμένος ήρθες στ. 2, γυρεύω τον παλιό μου κήπο στ. 6 κ.ο.κ.).

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.


Το κλίμα της ποιητικής συλλογής του Ημερολογίου Καταστρώματος Α’, τουλάχιστον μέσα από συγκεκριμένα έργα, είναι αδρανές και βαρύθυμο, σε μια ατέρμονη αναμονή. Κάτι τέτοιο παρουσιάζεται και στο συγκεκριμένο ποίημα, καθώς, παρά την εφόρμηση ενός κατά τα άλλα χαρούμενου συμβάντος όπως αυτό της επανένωσης, δεν παύει να κυριαρχεί η φρίκη της αποστασιοποίησης, της αλλαγής που επιφέρει ο χρόνος, της ματαιότητας που προσφέρει η ιδέα ότι όλα αλλάζουν και περνάνε, όπως η ζωή η ίδια. 

Η επανάληψη της φράσης ‘γυρεύω το παλιό μου σπίτι’ σε συνδυασμό με την αγωνιώδη και βαθμηδον συνειδητοποίηση ότι η Ιθάκη τελικά δεν ήταν αυτό που περίμενε (πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη; / οι στέγες μου έρχουνται ως τους ώμους … προσευχή τους) φανερώνει τη σταδιακή αποδόμηση του ιδεατού της καταγωγής η οποία, παρά το ισχυρό αίσθημα της ιθαγένειας, φαίνεται ότι πλέον δεν τον καλύπτει.

Η αδυναμία του νόστου ως συνθήκη στα ποιήματα του Σεφέρη εκφράζεται με τον πιο περίτεχνο τρόπο, μέσα στα λόγια ενός Οδυσσέα που περίμενε άλλα απ’ όσα αντίκρυσε, που δεν μπορεί να νικήσει τον χρόνο και το μόνο που μπορεί εν τέλει να κάνει είναι να περιμένει έναν αντάξιο θάνατο.

Από το Pixabay


σιγά-σιγά θα συνηθίσεις”


Philomαtheia 20 Ιουνίου 2021

Σχόλια