Πώς ο Μ. Αλέξανδρος “κατέστρεψε” την Ελληνική γλώσσα

(χρόνος ανάγνωσης: 6 λεπτά)
Όσοι ελληνόφωνες ή ελληνομαθείς έχουν ζήσει έστω λίγο στην Ελλάδα και έχουν συναναστραφεί με τους ντόπιους φυσικούς ομιλητές σίγουρα θα έχουν παρατηρήσει μια γενική γλωσσική καταστροφολογία που αφορά την λεγόμενη “υπεραπλούστευση της Ελληνικής γλώσσας”, τόσο όσον αφορά την ορθογραφία όσο και το λεξιλόγιο. Αυτό το αποτρόπαιο και επαίσχυντο γεγονός είναι που συνήθως, καλώς ή κακώς, ξυπνά τα σοβινιστικά αισθήματα πολλών Ελλήνων, κάνοντας λόγο για σταδιακή εξάλειψη του ελληνικού έθνους (παρανόηση που δεν είναι επί της παρούσης να συζητηθεί).

Αυτό όμως που δεν γνωρίζουμε ή συνειδητοποιούμε είναι ότι όλη αυτή η απλοποίηση της Κοινής Νέας Ελληνικής έχει τις ρίζες σε μια κομβική εποχή. Βρίσκει την έναρξή της  στο σύμβολο του Ελληνισμού παγκοσμίως, την μορφή που αμέτρητοι λαοί και φυλές προσπαθούν να εντάξουν στη δική τους εθνική ιστορία, το προσωπο που έσπειρε τον Ελληνισμό στα πέρατα της οικουμένης: τον Μ. Αλέξανδρο.


Το να γίνει για ακόμα μια φορά αναφορά στα κατορθώματα του Μ. Αλεξάνδρου, τις εκτάσεις που κατέκτησε, τον πολιτισμό που διέδωσε, τον ηρωισμό που ανέδειξε, και τις αλλαγές που έφερε σε κοινωνικοπολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο θα ήταν μάλλον περιττό. Εκεί που θέλουμε να εστιάσουμε είναι στην νέα γλώσσα που πλάστηκε από χιλιάδες στόματα, που μιλούσαν κάθε λογής γλώσσα πέραν της Ελληνικής. Η Ελληνιστική Κοινή (ή Αλεξανδρινή Κοινή) είναι η ελληνική γλώσσα (μετεξέλιξη της “Μεγάλης Αττικής”, ήδη απλουστευμένης μορφής της αττικής διαλέκτου) που διαδόθηκε σταδιακά σε όλες τις περιοχές που κατέκτησε ο Μ. Αλέξανδρος, ως προϋπόθεση ύπαρξης ομοιογένειας, επικοινωνίας και εμπορίου.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι μια γλώσσα τόσο περίπλοκη όσο η αρχαία ελληνική, με τόσες διαλέκτους διαφορετικές η μια απ' την άλλη (αττικοϊωνική, αρκαδοκυπριακή, δυτική /δωρική, αιολική) αλλά και με εσωτερικές αποκλίσεις και εξαιρέσεις η καθεμία, θα δημιουργούσε μια κατάσταση χαοτικής Βαβέλ σε ανθρωπους που δεν είχαν έρθει ποτέ σε επαφή με την ελληνική. Ήταν φυσικό επόμενο λοιπόν να παρουσιαστούν δεκάδες αλλαγές (απλοποιήσεις, συγχωνέυσεις κτλ) τόσο στο φωνολογικό επίπεδο (προφορά και εκφορά των φθόγγων) όσο και σε μορφολογικό και συντακτικό επίπεδο (καταλήξεις, προθέσεις κτλ). Δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση κανείς να διδάξει με συστηματικότητα και σαφήνεια ολόκληρο το λεπτεπίλεπτο φάσμα της Α.Ε. γραμματικής σε τόσες χιλιάδες ανθρώπους. Οι αλλαγές ήταν αναπόφευκτες.

Αυτές είναι συνοπτικά κάποιες αλλαγές που υπέστη η αρχαία ελληνική αττική διάλεκτος (η δημιουργία της Αλεξανδρινής Κοινής) πολλές από τις οποίες εμφανίζονται ήδη από τον Μένανδρο, τον 3ο αι π.Χ.. Οι αλλαγές αυτές αποτελούν την βάση πάνω στην οποία εγκαθιδρύθηκαν γραμματικοί και συντακτικοί κανόνες και ιδιότητες (κατά την λεγόμενη πρώιμη και ύστερη μεσαιωνική Ελληνική), οι οποίοι εμφανίζονται μέχρι και σήμερα:

1.Κατάργηση της προσωδίας: σταδιακή κατάργηση των μακρών, βραχέων και δίχρονων φωνηέντων και τροπή όλων σε ισόχρονα. Ο τύπος κήπων που προφερόταν κεέποον στην Α.Ε., πλέον προφέρεται κήπων.
2.Μονοφθογγισμός των διφθόγγων: η δίφθογγος λ.χ. ει προφερόταν ως εϊ (δίφθογγος=δύο φθόγγοι, δύο ήχοι, δύο φωνήματα), ενώ πλέον ως ένας φθόγγος ει (τώρα γιατί τις λέμε ακόμα διφθόγγους...). Αξίζει δε να παρατηρήσουμε οτι οι δίφθογγοι αυ και ευ που προφέρονταν αου και εου, πλέον προφέρονταν /af/ , av/ (αυτός, αυλή) και /ef/ , /ev/ (ευτυχία, ευλογία).
3.Σίγηση του ιώτα των μακρόχρονων φωνηέντων και διφθόγγων (υπογεγραμμένο ιώτα ή υπογεγραμμένη): Μπορεί να έχουμε στο μυαλό μας την δοτική πτώση να μοιάζει κάπως έτσι “τ νθρώπ”, ωστόσο οι αρχαίοι ημών πρόγονοι το έγραφαν και έλεγαν ως “τωι ανθρώπωι” (για να ακριβολογούμε το έγραφαν ως “ΤΩΙΑΝΘΡΩΠΩΙ” εφόσον δεν είχαν μικρά αλλά μόνο κεφαλαία γράμματα και δεν άφηναν κενά μεταξύ των λέξεων), ή η υποτακτική γ'ενικού “λέγ” ως “λέγηι”. Δεν αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά επειδή ποτέ δεν μας έγινε αισθητή η ύπαρξη αυτού του ιώτα, ωστόσο αυτή ήταν ακριβώς η περίοδος στην οποία έπαψε να υπάρχει, και συνεχίζει μέχρι σήμερα.
4.Σταδιακή αποφυγή και έπειτα κατάργηση των ρημάτων εις –μι: δίδωμι àδίδω.
5.Μετατροπή συνηρημένων ρημάτων: δουλόωàδουλεύω.
6.Σίγηση του δασέος πνεύματος (ψίλωση): όσα φωνήεντα γράφονται με δασεία όπως την γνωρίζουμε, τότε προφέρονταν με ένα απαλό “χ” αντίστοιχο με το “h” της αγγλικής (λλάς ως hελλάς εξ ου και hellas), κάτι που σταμάτησε να ισχύει.
7.Απλοποίηση προφοράς διπλών συμφώνων: ενώ στην κλασική ελληνική έγραφαν ἒννεπε και πρόφεραν /'ennepe/, με δύο ν και όχι ένα, πλέον πρόφεραν /'enepe/, με ένα ν.
8.Δημιουργία των προστριβών συμφώνων /ts/ και /dz/: μετά την σταθεροποίηση του /z/ σε σχέση με το /s/ επήλθε σταδιακά η δημιουργία των συμφώνων αυτών, που δεν υπήρχαν έως τότε. 
9.Σταδιακή μετατροπή μονολεκτικών τύπων σε περιφραστικούς: λ.χ. σε ρηματικούς χρόνους: περίφραση για δήλωση Μέλλοντα με το ρ. έχω + απαρέμφατο (έχω λύσειν=θέλω να λύσω), κάτι που οδήγησε στο θέλω + απαρέμφατο της πρώιμης Μεσαιωνικής περιόδου (θέλω λύσειν=θέλω να λύσω) και έπειτα στο θέ να  (θα), που χρησιμοποιούμε στον Μέλλοντα μέχρι και σήμερα.
10.Αποφυγή και έπειτα κατάργηση ευκτικής έγκλισης και δοτικής πτώσης.


Αυτά και άλλα πάμπολλα μπορούμε να εντοπίσουμε ως συστηματικές αλλάγες της γλώσσας που τόσο πολύ εξαπλώθηκε και, αν μη τι άλλο, αγαπήθηκε από τους ομιλητές της ανά τους αιώνες. Αυτό που φαίνεται ξεκάθαρα και πρέπει να καταστεί σαφές είναι οτι όλες αυτές οι αλλαγές ισχύουν μέχρι και σήμερα, είτε αυτούσιες είτε παραλλαγμένες, αλλαγές 15-20 το λιγότερο αιώνων. Τα Ελληνικά δεν θα είναι ποτέ πια τα ίδια, η ενοποίηση  και η απλοποίηση ως γλωσσική τάση είναι γεγονός, παρά τον Αττικισμό που ακολούθησε, την τάση επιστροφής στην "καλύτερη" γλώσσα, την αττική ελληνική. Πρέπει να τονιστεί βέβαια οτι οι αλλαγές αυτές έγιναν βαθμηδόν, με διαφορετική ταχύτητα και εξάπλωση ανάλογα με τις διάφορες κοινωνικές και γεωγραφικές συνθήκες, από τον 3ο π.Χ. ως τον 4ο μ.Χ. αιώνα και έπειτα, καθώς και το γεγονός οτι, παρά την επικράτηση της Κοινής, εξακολούθησαν να υπάρχουν κατά τόπους επιμέρους διάλεκτοι, όπως συμβαίνει και θα συμβαίνει για πάντα.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ούτε οτι μιλάμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως το 200 π.Χ. στην Ελληνιστική περίοδο, ούτε οτι όσα άλλαξαν παρέμειναν έτσι σε όλους τους τομείς. Η γλώσσα ως κοινωνικό φαινόμενο και ως εργαλείο επικοινωνίας αλλάζει ταχύτατα όχι μόνο από αιώνα σε αιώνα αλλά ακόμα και από δεκετία σε δεκαετία. Οι λόγοι των αλλαγών πάμπολλοι, οι αλλαγές είτε απλουστευτικές είτε επεκτατικές. Σε κάθε περίπτωση το σημαντικό είναι οτι η απλούστευση ξεκίνησε πριν 2.300 χρόνια, όχι πριν 44 με την κατάργηση της καθαρεύουσας, για τους λόγους επιβολής της οποίας δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούμε επί της παρούσης.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να διευκρινιστεί οτι δεν υπονοείται κανενός είδους υπονόμευση της Ελληνικής γλώσσας, για την δικαιολογημένη αποθέωση της οποίας υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να ενημερωθούμε και να πειστούμε. Ο σκοπός και το ζητούμενο είναι να ανοίξουμε τα μάτια μας όχι μόνο στη λογική, που τόσο εύκολα παρακούουμε, αλλά στην ίδια την ιστορία μας που τόσο ένδοξα και υπέρλαμπρα διαλαλούμε, και με το δίκιο μας.




Παραπομπές:

Μπαμπινιώτης, Γ. 2017. Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε. 
   Δομικά Χαρακτηριστικά της Αλεξανδρινής Κοινής (120-144)
   Το γλωσσικό ζήτημα και η εξελικτική πορεία τής ελληνικής γλώσσας (165-220)



Philomαtheia 20 Μαΐου 2020

Σχόλια