Σημασιολογική Μεταβολή (παράδειγμα)

[1], [2], [3], [4]

Μία από τις λέξεις της Κοινής Νέας Ελληνικής που έχει αλλάξει τη σημασία της στο πέρας του χρόνου είναι η λέξη «κτήμα». Ενώ στην αρχαία ελληνική ο όρος 
κτῆμα δήλωνε την ιδιοκτησία
 εν γένει (όπως και στη μεσαιωνική ελληνική ο όρος χτήμα με ανομοίωση τρόπου άρθρωσης [kt > xt], έφτασε στη νέα ελληνική να δηλώνει:

a.       την ‘ιδιόκτητη έκταση καλλιεργήσιμης γης’,

b.      ‘οτιδήποτε ανήκει στην κυριότητα ή στην κατοχή κάποιου’,

c.       μεταφορικά για την κατεκτημένη γνώση (η ύλη του μαθήματος έχει γίνει κτήμα των μαθητών)[1].

Με βάση την κατηγοριοποίηση των σημασιολογικών μεταβολών του Meillet[2] η λέξη «κτήμα» ανήκει στην πρώτη κατηγορία ‘Επέκταση και Περιορισμός’, και συγκεκριμένα στον ‘Περιορισμό’. Αυτό συμβαίνει διότι η αρχική σημασία ‘ιδιοκτησία’ περιλάμβανε πλήθος αντικειμένων (οικήματα, ζώα, πολύτιμα μέταλλα, χρήματα, δούλοι, χωράφια, βιβλία κ.ο.κ.), και στην πορεία το εύρος των σημασιών περιορίστηκε σε μία μόνο από τις αρχικές έννοιες, δηλαδή αυτή της ‘γης που ανήκει σε κάποιον’, στο ‘χωράφι’. Ταυτόχρονα βλέπουμε μια δευτερεύουσα μετέπειτα Επέκταση της περιορισμένης έννοιας, καθώς i) χρησιμοποιείται και για τη δήλωση της ιδιοκτησίας, η οποία ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να αφορά υλικά αγαθά (βλ. μεταφορική χρήση της), και ii) χρησιμοποιείται ξανά (ή, ορθότερα, δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται) ως γενική κυριότητα ή κατοχή.



[1] Πληροφορίες από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα, λήμμα ‘κτήμα’ (τελευταία πρόσβαση 10 Ιανουαρίου 2021)

[2] Πληροφορίες από: April M.S. Mc Mahon. 2005. Ιστορική Γλωσσολογία. Η θεωρία της γλωσσικής μεταβολής. Εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ. 254-5)


Διαβάστε ακόμα: Γιατί και πώς αλλάζουν οι γλώσσες;


Philomαtheia 07 Φεβρουαρίου 2021

Σχόλια