Τι είναι τα εγκεφαλικά κύματα Θήτα; Γιατί ο Αγάθωνας στο Συμπόσιο του Πλάτωνα μάλλον είχε δίκιο ότι η σοφία μεταδίδεται ευκολότερα
μέσω της κοντινής επαφής;
(χρόνος ανάγνωσης: 8 λεπτά)
❃❃❃
Το Συμπόσιο Πλάτωνος είναι ένας από τους διαλόγους που έχουν γραφτεί προς τιμήν του Σωκράτη. Ο Αγάθωνας ήταν ο οικοδεσπότης του εν λόγω συμποσίου, στο οποίο τέθηκαν υπό την μορφή εγκωμίου διαφορετικές οπτικές για τον ορισμό του έρωτα. Όταν ο Σωκράτης έφτασε στον οίκο του Αγάθωνα βρήκε τους υπολοίπους έτοιμους να ξεκινήσουν το φαγητό, και πήγε να καθίσει σε ένα απομακρυσμένο σχετικά ανάκλιντρο. Ο Αγάθωνας είπε:
δηλαδη, Τί καλά που θα ήτανε,
Αγάθωνα, αν η σοφία ήταν κάτι που να μπορεί να
διοχετεύεται από τον πιο γεμάτο προς τον
περισσότερο άδειο από μας, με το να αγγίζουμε ο
ένας τον άλλο, όπως ακριβώς το νερό στα
ποτήρια που κυλά μέσα από το βαμβάκι απ’ το
γεμάτο προς το άδειο.
Η ρήση του Αγάθωνα συχνά ερμηνεύεται από τους ερευνητές και τις ερευνήτριες ως ένα ειρωνικό ή χαριεντιζόμενο σχόλιο— μια υπερβολή που χρησιμοποιεί ο οικοδεσπότης για να φιλοφρονήσει καταφανώς και υπέρ το δέον τον φίλο του. Ωστόσο, οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις κάθε αρχαίου κειμένου είναι εγγενώς επισφαλείς: κανείς και καμία ποτέ δεν μπορεί να είναι απολύτως σίγουρος ή σίγουρη για το τι πραγματικά εννοούσε ο κάθε χαρακτήρας κάθε έργου, εξ ου και η ιδιότητα της ερμηνευτικής προσέγγισης να είναι πάντοτε ανοιχτή σε διάλογο. Οπότε, παραμερίζοντας για λίγο την ακαδημαϊκή άποψη περί ειρωνείας ή υπερβολής, αναδύεται το εξής ερώτημα: είναι δυνατόν τα λόγια του να κρύβουν κάποια αλήθεια; Για να κάνουμε σχετικές υποθέσεις, αρκεί να μελετήσουμε, έστω και επιφανειακά, τι είναι τα κύματα Θήτα, τι σημαίνουν για τους ανθρώπους και την επικοινωνία τους και πώς τελικά μπορεί να σχετίζονται με την μετάδοση της γνώσης.
Το κείμενο αυτό αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στη διασύνδεση της κλασικής φιλοσοφίας με τη νευροεπιστήμη: δεν περιλαμβάνει επιστημονική τεκμηρίωση, δεν αποσκοπεί στο να πείσει τον/την αναγνώστη/τρια, και γενικότερα δεν έχει χαρακτήρα επιστημονικής μελέτης. Αποτελεί απλώς τροφή για σκέψη, και, ενδεχομένως, μια ενδιαφέρουσα συσχέτιση.
Αρχικά λοιπόν, τι ακριβώς είναι τα εγκεφαλικά κύματα;
Στον πυρήνα της λειτουργίας του, ο εγκέφαλος είναι ένα ηλεκτροχημικό όργανο. Η ταυτόχρονη επικοινωνία δισεκατομμυρίων νευρώνων παράγει ηλεκτρικούς παλμούς που ονομάζονται νευρωνικές ταλαντώσεις ή, πιο απλά, εγκεφαλικά κύματα. Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG) για να καταγράψουν αυτές τις ταλαντώσεις, οι οποίες χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με τη συχνότητά τους (μετρούμενη σε Hertz/Hz):
Κύματα Γάμμα (30-100 Hz):Πρόκειται για τις ταχύτερες ταλαντώσεις και σχετίζονται με την κορυφαία νοητική απόδοση και τη συνειδητή αντίληψη. Εντοπίζονται σε καταστάσεις έντονης πνευματικής διαύγειας, όταν ο εγκέφαλος συνθέτει πληροφορίες από διαφορετικές πηγές για να λύσει ένα σύνθετο πρόβλημα ή να φτάσει σε μια βαθιά ενόραση.
Κύματα Βήτα (14-40 Hz): Η συχνότητα της ενεργής σκέψης. Κυριαρχούν όταν εστιάζουμε σε εργασίες, λύνουμε προβλήματα ή παίρνουμε αποφάσεις.
Κύματα Άλφα(9-13 Hz):Εμφανίζονται όταν είμαστε ξύπνιοι αλλά σε κατάσταση ηρεμίας, όπως μετά από μια βόλτα στη φύση ή κατά τη διάρκεια ενός ελαφριού διαλογισμού. Είναι η γέφυρα μεταξύ του συνειδητού και του υποσυνείδητου.
Κύματα Θήτα (5-8 Hz): Εδώ η λογική υποχωρεί. Τα κύματα Θήτα παρατηρούνται κατά τον βαθύ διαλογισμό, στον ελαφρύ ύπνο (REM) και στις στιγμές της υπναγωγικής δημιουργικότητας που χαρακτηρίζει τα μεταβατικά στάδια της συνείδησης (από τον ύπνο στον «ξύπνιο», και το αντίθετο). Είναι η κατάσταση όπου ο εγκέφαλος παρουσιάζει υψηλή νευροπλαστικότητα, διευκολύνοντας τη βαθιά μάθηση και την εσωτερική ενόραση.
Κύματα Δέλτα (1-4 Hz): Οι πιο αργές και βαθιές συχνότητες, που εμφανίζονται αποκλειστικά κατά τον βαθύ ύπνο χωρίς όνειρα.
Τυπική απεικόνιση εγκεφαλικών κυμάτων βάσει δεδομένων ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος (EEG) | Εικόνα από το fitmind.org
Σύμφωνα με έρευνες (βλ. Σχετική Βιβλιογραφία παρακάτω), τα κύματα Θήτα δεν είναι απλώς ένας «ρυθμός», αλλά ένας μηχανισμός που επιτρέπει στον εγκέφαλο να οργανώνει τις πληροφορίες και να σφραγίζει τη μνήμη. Παράλληλα, αυτή η κατάσταση σχετίζεται με τη μείωση της κορτιζόλης (της ορμόνης του στρες) και την ενίσχυση νευροδιαβιβαστών που προάγουν την πνευματική ευφορία.
Η σύγχρονη έρευνα προχωρά σε ένα ακόμα εντυπωσιακό βήμα: τα εγκεφαλικά κύματα δεν περιορίζονται στο εσωτερικό του εγκεφάλου μας, αλλά τείνουν να συντονίζονται με εκείνα των ανθρώπων γύρω μας. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Scientific American, όταν δύο άνθρωποι αλληλεπιδρούν ουσιαστικά, συνομιλούν ή μοιράζονται μια κοινή εμπειρία, οι νευρώνες τους αρχίζουν να πυροδοτούνται συγχρονισμένα, δημιουργώντας πανομοιότυπα μοτίβα δραστηριότητας. Αυτό το φαινόμενο του δια-εγκεφαλικού συντονισμού εξηγεί επιστημονικά αυτό που διαισθητικά ονομάζουμε εκπομπή «στο ίδιο μήκος κύματος». Όσο μεγαλύτερη είναι η σύνδεση, όπως συμβαίνει ανάμεσα σε καλούς φίλους/καλές φίλες, σε δασκάλους/ες με τους/τις μαθητές/τριες, ή σε δύο εραστές, τόσο πιο ισχυρός είναι αυτός ο νευρωνικός συγχρονισμός, επιτρέποντας στη γνώση και το συναίσθημα να ρέουν από τον έναν άνθρωπο στον άλλον σχεδόν ακαριαία.
Συνεχίζοντας, όπως εύλογα γίνεται αντιληπτό, το εγκεφαλικό κύμα θα πρέπει να συμπεριφέρεται όπως τα υπόλοιπα κύματα, αντικείμενο μελέτης της επιστήμης της Φυσικής. Υπάρχουν πολλά ακόμη είδη κυμάτων (μηχανικά, ηλεκτρομαγνητικά κ.τ.λ.), όλα όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: μεταφέρουν ενέργεια. Η ενέργεια αυτή εξαρτάται από το είδος του κύματος, το μέσο (διαμέσω του οποίου μεταδίδεται η παλμική κίνηση), την ύπαρξη ή όχι εμποδίων κ.ο.κ.
Πού οδηγούμαστε;
Ένα από τα χαρακτηριστικά όλων των κυμάτων είναι η ακτίνα. Μία ακτίνα ενός κύματος είναι η πορεία (κατά μήκος μιας νοητής γραμμής) που ακολουθεί τη διάδοση του κύματος και είναι πάντα κάθετη στο μέτωπο (τον αποδέκτη του κύματος). Ένα επίσης χαρακηριστικό των κυμάτων είναι ότι, όταν δεν μεταδίδονται σε περιβάλλον κενού, τείνουν να χάσουν την δυναμική τους και εν τέλει να «σβήσουν». Ας φανταστούμε μια λίμνη, στην οποία πετάμε μια πέτρα. Η πέτρα αυτή σχηματίζει εγκάρσια κυκλικά κύματα, σκορπιζόμενα προς όλες τις κατευθύνσεις (οπτικά, σαν δακτύλιοι που συνεχώς μεγαλώνουν, απομακρυνόμενοι από την πηγή του κύματος, την πέτρα). Αν δεν εφαρμοστεί καμία άλλη επιρροή στον χώρο, τα κύματα αυτά θα χαθούν.
Αν ένα φύλλο πλέει ακριβώς δίπλα στο σημείο που πετάμε την πέτρα, εκείνο μετατοπίζεται ταχύτατα, καθώς η δύναμη που δέχεται είναι εξαιρετικά υψηλή. Αν όμως το ίδιο φύλλο βρισκόταν πολύ μακριά από το σημείο βολής, θα δεχόταν την επίδραση ενός από τους δακτυλίους όταν πια θα είχαν εξασθενίσει πολύ, σχεδόν δεν θα μετέβαλε καν τη θέση του. Επομένως η ενέργεια που θα δεχόταν θα ήταν πολύ μικρότερη από αυτή που πραγματικά εξεπέμφθη.
Αυτή η φθίνουσα πορεία της ενέργειας είναι που κάνει την εγγύτητα καθοριστική. Σήμερα, αυτή η «ενεγρειακή σύνδεση» που υποψιαζόμαστε δεν αποτελεί απλώς σχήμα λόγου, αλλά περιγράφεται με τον όρο εγκεφαλικός συντονισμός. Όπως είπαμε και παραπάνω, έρευνες δείχνουν ότι όταν δύο άνθρωποι αλληλεπιδρούν στενά, οι συχνότητες των εγκεφαλικών τους κυμάτων τείνουν να συγχρονίζονται. Αυτός ο συντονισμός, όπως και τα κύματα στη λίμνη, φαίνεται να ενισχύεται από τη φυσική εγγύτητα, με την έννοια ότι η τελευταία συμβάλλει στη δημιουργία ενός κοινού νευρικού υποστρώματος, το οποίο λειτουργεί ως βιολογική βάση που διευκολύνει την κατανόηση.
Πώς φτάνουμε στον Αγάθωνα;
Εφόσον λοιπόν όλοι και όλες μας εκπέμπουμε κύματα Θήτα σε καταστάσεις έμπνευσης, πνευματικής ενάργειας και ψυχικής ευδαιμονίας (επί Διονύσω, στο πλαίσιο ενός συμποσίου), και εφόσον τα κύματα Θήτα δεν μπορούν παρά να μεταδίδονται με τους ίδιους φυσικούς νόμους από τους οποίους διέπονται όλα τα υπόλοιπα κύματα, αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι όντως: αν ο Σωκράτης σταθεί κοντά στον Αγάθωνα όσο εκφράζει τους συλλογισμούς του, είναι πολύ πιθανότερο να λάβει μεγαλύτερη «ποσότητα ενέργειας»· ενδεχομένως λοιπόν να γίνει περισσότερο κατανοητός, σε ένα βαθύτερο πνευματικό και υποσυνείδητο επίπεδο.
Αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να έχει ένα συγκεκριμένο βιολογικό όχημα: τη λειτουργία των κατοπτρικών νευρώνων (εξειδικευμένα κύτταρα του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται τόσο όταν κάνουμε μια πράξη, όσο και όταν παρατηρούμε κάποιον άλλον ή κάποια άλλη να την κάνει). Για παράδειγμα, στο πλαίσιο μιας ζωντανής διδασκαλίας, ο εγκέφαλος του μαθητή ή της μαθήτριας αντικατοπτρίζει την κατάσταση του δασκάλου ή της δασκάλας, επιτρέποντας στη γνώση να περάσει όχι μόνο ως πληροφορία, αλλά ως βίωμα.
Παραδείγματα
Η σύνδεση της «ποσότητας ενέργειας» με την «ποσότητα αντίληψης» δεν είναι απαραίτητο να είναι τόσο παράλογη. Γιατί, στην συνομιλία μας με κάποιον/κάποια, εάν δεν καταλάβουμε κάτι που μας είπε γέρνουμε ελαφρά το σώμα μας προς το μέρος του/της, ενώ τον/την ακούσαμε καθαρά και ξάστερα; Πόσες φορές έχουμε πιάσει την ίδια πατάτα απ' το πιάτο ταυτόχρονα με τον ομόδειπνό μας, παρ' όλο που ήταν γεμάτο και οι πιθανότητες απίστευτες; Πόσες φορές έχουμε πει το ίδιο ακριβώς πράγμα με το ίδιο ακριβώς ύφος και ένταση με τον καλύτερό μας φίλο ή την καλύτερή μας φίλη;
Τέλος, γιατί η εξ αποστάσεως διδασκαλία δεν αποδίδει σε καμία βαθμίδα εκπαίδευσης; Οι διδάσκοντες/ουσες και οι διδασκόμενοι/ες είναι ακριβώς τα ίδια άτομα, ακριβώς οι ίδιοι εγκέφαλοι. Υπάρχουν μάλιστα και αρκετές ευκολίες στο να γίνεται το μάθημα στην άνεση του σπιτιού μας. Ακόμα και στις καλύτερες συνθήκες, το μάθημα μέσω υπολογιστή είναι κενό, πεζό. Δεν υπάρχει συναίσθημα. Δεν υπάρχει πάθος. Και κυρίως, δεν μεταδίδεται το πάθος για μάθηση. Λιγοστεύει η έμπνευση και η βαρύτητα ωθείται στην κατάκτηση στείρας γνώσης. Όχι σκόπιμα, απλά είναι αδύνατο να δημιουργηθεί το ανάλογο κλίμα, να μεταδοθεί πρωτίστως το συναίσθημα και δευτερευόντως η γνώση, και να αναπτυχθεί η ιδιαίτερη σχέση των καθηγητών και καθηγητριών με τους μαθητές και τις μαθήτριες: αυτή που ωθεί τους δασκάλους και τις δασκάλες να διδάσκουν και τους μαθητές και τις μαθήτριες να μαθαίνουν.
Και αυτό συμβαίνει γιατί η ψηφιακή επικοινωνία, όσο εξελιγμένη κι αν είναι, λειτουργεί ως φίλτρο (με την έννοια ότι «κόβει» τις λεπτές μη-λεκτικές συχνότητες που απαιτούνται για τον πλήρη εγκεφαλικό συγχρονισμό). Η απουσία της δια ζώσης παρουσίας και η απειροελάχιστη καθυστέρηση του ήχου και της εικόνας στα ψηφιακά μέσα, εμποδίζουν τη δημιουργία των κυμάτων Θήτα που σχετίζονται με την βαθιά σύνδεση και την έμπνευση. Έτσι, η γνώση παραμένει «στεγνή» και εγκεφαλική, καθώς λείπει το βιολογικό υπόβαθρο του συντονισμού που προσφέρει η φυσική παρουσία.
Σκέψεις
Η γνώση των ιδιοτήτων των εγκεφαλικών κυμάτων δεν εξαντλείται στα όρια της εργαστηριακής έρευνας, αλλά αποτελεί ένα εργαλείο αυτογνωσίας και (αυτο-)συνείδησης. Σε έναν κόσμο όπου οι συχνότητες και τα ψηφιακά ερεθίσματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να κατευθύνουν την προσοχή (Infinite Scroll, Binaural Beats, Blue Light, Micro-targeting κ.ά.) ή να επηρεάσουν την ψυχοσύνθεσή μας —συχνά με τρόπους που δεν αντιλαμβανόμαστε συνειδητά— η κατανόηση αυτής της δυναμικής γίνεται από πολυτέλεια, αναγκαιότητα. Αν γνωρίζουμε πώς ο εγκέφαλός μας «κλειδώνει» σε εξωτερικά σήματα, μπορούμε να επιλέγουμε συνειδητά σε ποιες πηγές θα εκθέτουμε τον εαυτό μας, και ποιες παρουσίες θα επιτρέπουμε να μας επηρεάζουν.
Όσο για τον δημιουργό αυτού του λογοτεχνικού έργου, τον Πλάτωνα, σίγουρα δεν γνώριζε για τα κύματα Θήτα, με την εμπεριστατωμένη και επιστημονικά πλαισιωμένη περιγραφή τους. Ωστόσο, τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο αυθόρμητα και πηγαία να τον περιπαίξουμε όταν, δια στόματος Αγάθωνα, εκφράζει κάτι που περισσότερο με αλήθεια μοιάζει παρά με ψέμα; Αλλά και στο επίπεδο του ίδιου του έργου, ένας εγκέφαλος σαν τον Αγάθωνα, αν μίλησε κυριολεκτικά και όχι χαριεντιζόμενος, είναι πιθανότερο να είχε διαισθανθεί την ροή μιας ανεξήγητης ενέργειας συνδεόμενη με την αντίληψη, παρά να ξεστόμισε, ωσάν μωρός και αφελής, κάτι τόσο αβάσιμο.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η Φυσική συναντά τον Πλατωνικό Διάλογο. Ο Σωκράτης, απαντώντας στην επιθυμία του Αγάθωνα να «αντλήσει» σοφία μέσω της επαφής, χρησιμοποίησε την παρομοίωση του νήματος και του νερού για να ανατρέψει τη ρήση του φίλου του. Ωστόσο ο Πλάτωνας, δια στόματος Αγάθωνα, στερούμενος τα εργαλεία της σύγχρονης επιστήμης, περιέγραψε μια μεταφορά ενέργειας συνδεόμενη με την εγγύτητα, που τελικά είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα από ότι θα μπορούσε να υποθέσει. Σήμερα, η Νευροεπιστήμη έρχεται να επιβεβαιώσει τη διαίσθησή του, διορθώνοντας απλώς το μέσο: Το νήμα δεν είναι από μαλλί, αλλά από ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Το μέσο δεν είναι το άγγιγμα, αλλά ο ίδιος ο αέρας που μας περιβάλλει, ο οποίος μετατρέπεται σε έναν αόρατο αγωγό συχνοτήτων. Άλλωστε, από την οπτική της Φυσικής των Σωματιδίων, ακόμα και το ίδιο το «άγγιγμα» δεν αποτελεί μια κυριολεκτική επαφή της ύλης, αλλά την αλληλεπίδραση των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων των ατόμων μας. Στην πραγματικότητα, δεν «ακουμπάμε» ποτέ· απλώς τα άτομά μας επικοινωνούν μέσω της αλληλο-αντίστασης των πεδίων τους.
Η ουσία, όμως, παραμένει η ίδια. Η σοφία δεν μεταδίδεται ως στατική πληροφορία, αλλά ως συντονισμός. Όπως δύο χορδές που πάλλονται στην ίδια συχνότητα, έτσι και ο δάσκαλος με τον μαθητή, ή δύο άνθρωποι σε βαθιά επικοινωνία, «κουμπώνουν» σε ένα κοινό πεδίο. Ο Αγάθωνας δεν ήταν αφελής, και ο Πλάτωνας —δια στόματος Σωκράτη— δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποίησε απλά μία ακόμα αλληγορία· απλώς περιέγραψε με τα μάτια ενός ποιητή αυτό που ο άνθρωπος θα ανακάλυπτε αιώνες μετά με τα μάτια της επιστήμης.
Hasson, U., Ghazanfar, A. A., Galantucci, B., Garrod, S., & Keysers, C. (2012). Brain-to-brain coupling: a mechanism for creating and sharing a social world. Trends in cognitive sciences, 16(2), 114-121, 10.1016/j.tics.2011.12.007
Dikker, S., Wan, L., Davidesco, I., Kaggen, L., Oostrik, M., McClintock, J., ... & Poeppel, D. (2017). Brain-to-brain synchrony tracks real-world dynamic group interactions in the classroom.Current biology, 27(9), 1375-1380, https://doi.org/10.1016/j.cub.2017.04.002
Dumas, G., Nadel, J., Soussignan, R., Martinerie, J., & Garnero, L. (2010). Inter-brain synchronization during social interaction. PloS one, 5(8), e12166, https://doi.org/10.1371/journal.pone.0012166
Lumpkin, E. A., & Caterina, M. J. (2007). Mechanisms of sensory transduction in the skin. Nature, 445(7130), 858-865, https://doi.org/10.1038/nature05937
Merleau-Ponty, M., Landes, D., Carman, T., & Lefort, C. (2013). Phenomenology of perception. Routledge. pdf
Buzsáki, G., & Watson, B. O. (2012). Brain rhythms and neural syntax: implications for efficient coding of cognitive content and neuropsychiatric disease. Dialogues in clinical neuroscience, 14(4), 345-367, https://doi.org/10.31887/DCNS.2012.14.4/gbuzsaki
Bailenson, J. N. (2021). Nonverbal overload: A theoretical argument for the causes of Zoom fatigue. Technology, mind, and behavior, 2(1), 1, https://doi.org/10.1037/tmb0000030
Ακόμα κι αν χρειαστεί για τον οποιονδήποτε λόγο να αλλάξετε το σχήμα σας, ποτέ να μην ξεχάσετε το σχήμα που πραγματικά είστε. Μην τρομοκρατηθείτε και μην μείνετε έτσι για πάντα, γιατί είσαστε εύπλαστοι, και μπορείτε πάντα να τεντωθείτε
Όλοι και όλες μας θα έχουμε ακούσει αρκετές φορές για μία οποιαδήποτε σχέση, συνήθως ερωτική ή φιλική, ότι «έκανε τον κύκλο της». Η φράση αυτή δίνει στην εκάστοτε σχέση μια απόχρωση «αναπόφευκτης αναγκαιότητας» ως προς τη λήξη της, με την έννοια ότι το τέλος της έρχεται φυσικά και αβίαστα (όπως φυσικά και αβίαστα κάθε αρχή ενός κυκλικού περιγράμματος συμπίμπτει με το τέλος του).
Με αυτό το σκεπτικό, κάθε τετελεσμένη σχέση είναι ένας κύκλος, το μέγεθος του οποίου καθορίζεται, μεταφορικά, από τη χρονική διάρκειά της (μικροί και μεγάλοι κύκλοι αντιπροσωπεύουν μικρές ή μεγαλύτερες χρονικά σχέσεις). Αντίστοιχα, μια σχέση που είναι ακόμα «ενεργή», αντιπροσωπεύεται από ένα ημιτελές κυκλικό περίγραμμα. Εφόσον είναι άγνωστο το πότε θα τελειώσει αυτή η σχέση, μας είναι άγνωστο εκ των προτέρων το πόση απόσταση του κυκλικού περιγράμματος έχει διανύσει το καμπυλόγραμμο σχήμα που αντιπροσωπεύει τη σχέση μας μία δεδομένη στιγμή. Την απάντηση παίρνουμε μόνο όταν φτάσει το περιβόητο τέλος, όπου και «κλείνει ο κύκλος» (ορίζουμε δηλαδή τη σχέση μας εκ του αποτελέσματος ως έναν κύκλο, που, όπως κάθε κύκλος, έκλεισε).
Το πρόβλημα με αυτή τη μεταφορά είναι περισσότερο πρακτικό από όσο φαίνεται με τη πρώτη ματιά. Και αυτό γιατί, αν εξαρχής φανταζόμαστε τη σχέση σαν ένα κυκλικό περίγραμμα που διαγράφει μια κυκλική πορεία με κατεύθυνση την έναρξή της, έχουμε οι ίδιοι και οι ίδιες προσυπογράψει το τέλος της. Όχι γιατί το τέλος είναι αναπόφευκτο, αλλά γιατί εμείς έχουμε επιλέξει να την παρομοιάζουμε με ένα σχήμα που ξέρουμε ότι έχει τέλος.
Αλλαγή νοοτροπίας
Αν πρέπει οπωσδήποτε να παρομοιάσουμε την έννοια της σχέσης εντός ενός χωροχρονικού πλαισίου με ένα σχήμα, τότε οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι κύκλος, είναι γραμμή. Και μάλιστα γραμμή που εκτείνεται προς το άπειρο. Αυτό σημαίνει ότι έχει μεν μία αρχή, αλλά μας είναι άγνωστο, και αδύνατο να ορίσουμε εξ αρχής, το αν υπάρχει ένα τέλος.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ότι ο τρόπος με τον οποίο σχηματοποιούμε, φανταζόμαστε και παρομοιάζουμε τις καθημερινές μας πρακτικές έχει τεράστιο αντίκτυπο στη πραγματική μας ζωή. Ζούμε τη ζωή μας με βάση τα χρώματα, τα σχήματα, και τις προκαταλήψεις με τις οποίες την έχουμε εξ αρχής περιγράψει, καθορίσει και «ζωγραφίσει» στον εαυτό μας.
Αν εξ αρχής θεωρούμε μια σχέση ως κύκλο, τότε, όταν έρθει το τέλος (ή κάτι που μοιάζει με τέλος), είμαστε κάτι περισσότερο από πρόθυμοι και πρόθυμες να το αποδεχτούμε, γιατί εμείς έχουμε ορίσει το τέλος ως αδιάσπαστο χαρακτηριστικό της (όπως αδιάσπαστο χαρακτηριστικό είναι το τέλος του καμπυλόγραμμου κυκλικού περιγράμματος). Αν όμως θεωρήσουμε τη σχέση ως ένα γραμμικό τμήμα που εκτείνουμε στο άπειρο, είμαστε περισσότερο διαστακτικοί και διστακτικές όταν αντιμετωπίσουμε κάτι που θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την επ’ άπειρον πορεία του.
Η ιδιότητα της «γραμμής» (σχέσης) να κατευθύνεται προς το άπειρο χωρίς καθορισμένη λήξη, δεν σημαίνει ότι η λήξη δεν μπορεί να επέλθει. Ο λόγοι λήξης μιας οποιασήποτε σχέσης είναι πολλοί και σύνθετοι, και είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου να ορίσει το τέλος, όταν το κρίνει αναγκαίο. Είναι άλλο όμως να είμαστε ελεύθεροι και ελεύθερες να διακόψουμε μια επιζήμια σχέση, και να μην επιτρέψουμε τη διηνεκή της πορεία, και άλλο πράγμα να ξεκινάμε μία σχέση έχοντας την γνώση και την πεποίθηση ότι θα λήξει.
Αν γνωρίζουμε ότι θα λήξει (ή και το επιδιώκουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα), έχει ήδη λήξει πριν καν αρχίσει. Μια σχέση που «έκανε τον κύκλο της», ήταν μια σχέση εξ αρχής καταδικασμένη. Μια σχέση που εμείς καταδικάσαμε.
Πιθανά αίτια & νέα συνειδητοποίηση: το παρόν στο επίκεντρο
Το γιατί πολλοί από εμάς επιδιδόμαστε σε τέτοιου είδους μοιρολατρικές οπτικές της ζωής, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με σιγουριά. Είναι ο φόβος του τέλους τόσο μεγάλος, που προτιμούμε να το αντιμετωπίσουμε ώστε να σταματήσουμε να ζούμε με τον φόβο του; Είναι η έννοια της δέσμευσης τόσο αποτρόπαια, που εμπλεκόμαστε σε σχέσεις με άλλους και άλλες μόνο όταν ξέρουμε εκ των προτέρων ότι δεν θα είναι «για πάντα»; Είναι το ίδιο το «για πάντα» που μας φοβίζει και προσπαθούμε πάση θυσία να αποφύγουμε, νομίζοντας μ ά τ α ι α πως, ξεκινώντας ξανά και ξανά «από το μηδέν», ξεκινάμε και την ίδια τη ζωή «από το μηδέν»;
Άσχετα από τους συγκεκριμένους κάθε φορά λόγους που μας κάνουν να νιώθουμε ασφαλείς σε μια οποιαδήποτε σχέση μόνο όταν γνωρίζουμε ότι θα λήξει, αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να μας απασχολήσει είναι το εξής: αν μια σχέση είναι «καλή για τώρα, αλλά όχι για πάντα», δεν είναι καλή ούτε για το τώρα.
Με άλλα λόγια, ένα άτυπο διαγνωστικό κριτήριο για να αντιληφθούμε αν μια σχέση «είναι για μας», είναι να αναρωτηθούμε: «αν προκύψει αυτή η σχέση να κρατήσει για πάντα, αυτό είναι κάτι που επιθυμώ βαθιά, με αφήνει αδιάφορο ή αδιάφορη, ή με τρομάζει η σκέψη του;». Η απάντηση σε αυτό το υποθετικό σενάριο για το μέλλον (η οποία έρχεται στιγμιαία και κάθε απόπειρα αλλαγής της αποτελεί ψεύδος στον εαυτό), αποκαλύπτει ελάχιστα για το μέλλον, αλλά τα πάντα για το παρόν.
Είναι διαφορετικό πράγμα η ξαφνική συνειδητοποίηση ότι μια σχέση πλέον δεν μας καλύπτει (με αποτέλεσμα την άμεση διακοπή της) και διαφορετικό πράγμα να γνωρίζουμε εξ αρχής ότι μια σχέση θα λήξει αναπόφευκτα. Στην πρώτη περίπτωση έρχεται πρώτα το τέλος και μετά η αποδοχή του, ενώ στη δεύτερη το τέλος προαποφασίζεται. Όμως όταν προαποφασίζουμε το τέλος δεν κοροϊδεύουμε μόνο τους άλλους, αλλά και τον εαυτό μας.
Ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τη ζωή, υποδεικνύει το πως θα τη ζήσουμε. Δεν τη ζούμε όπως μας επιβάλλεται, αλλά όπως την επιλέγουμε.
❃❃❃
Philomαtheia 18 Οκτωβρίου 2024
Ένας οδηγός επαγγελματικού αποπροσανατολισμού
(χρόνος ανάγνωσης: 9 λεπτά)
❃❃❃
Στο καπιταλιστικό σύστημα που ζούμε, θεωρούμε δεδομένο ότι το αντικείμενο με το οποίο πρέπει να ασχοληθούμε επαγγελματικά στη ζωή μας είναι αυτό στο οποίο έχουμε μεγάλο ταλέντο. Ειδικά δε όταν το ταλέντο αυτό μπορεί να μας οδηγήσει σε οικονομική ευχαίρεια, επαγγελματική ανέλιξη, υψηλό κοινωνικό στάτους ή/και κύρος σε όλα τα επίπεδα. Κάτι τέτοιο φαντάζει αρκετά φιλελεύθερο -επαναστατικό θα έλεγε κανείς- εφόσον μας δίνει την ψευδαίσθηση της επιλογής, την επιλογή να κυνηγήσουμε «τα όνειρά μας».
Αναδρομή
Από πολύ μικρή ηλικία τα αντικείμενα με τα οποία επιλέγουμε να ασχοληθούμε (ή επιλέγουν για εμάς, εφόσον είμαστε παιδιά) είναι αυτά στα οποία παρουσιάζουμε τις καλύτερες επιδόσεις κατά την πρώτη επαφή μαζί τους: ένα παιδί «επιλέγει» τον αθλητισμό, κάποιο άλλο τις τέχνες, κάποιο άλλο τη ρομποτική (!), με όλες τις υποκατηγορίες που ο κάθε τομέας περιέχει.
Αργότερα, κατά τα πρώτα χρόνια της εφηβείας, οι δραστηριότητες αυτές είτε μένουν ίδιες, είτε αλλάζουν ελαφρώς (συνήθως μάλιστα υπάρχει η τάση δοκιμής διάφορων αντικειμένων, για επιβεβαίωση ή διάψευση της αρχικής κλίσης του κάθε παιδιού).
Ακόμα πιο μετά, κατά τη διαδικασία επιλογής «επαγγελματικής κλίσης» (αυτό που στην ελληνική τουλάχιστον εκπαίδευση ονομάζουμε «κατεύθυνση», την οποία επιλέγουμε στο Λύκειο, και είναι τριμερής: είτε σχετιζόμενη με τις Θετικές επιστήμες, είτε με τις Ανθρωπιστικές επιστήμες, είτε με τις επιστήμες της Πληροφορικής και Οικονομίας) αυτό που ο μαθητής και η μαθήτρια «επιλέγει» είναι τον τομέα στον οποίο είναι «καλύτερος» και «καλύτερη». Συνήθως η επιλογή αυτή σχετίζεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, με τις επιδόσεις μας: το αντικείμενο στο οποίο «παίρνουμε τους καλύτερους βαθμούς» και, ίσως, την μεγαλύτερη αποδοχή από τους καθηγητές, είναι το αντικείμενο το οποίο, λογικά, «μας αρέσει περισσότερο».
Γεγονός
Φαινομενικά λοιπόν, μαθαίνουμε πως το επάγγελμα που πρέπει να ακολουθήσουμε, i) είναι ένα επάγγελμα στο οποίο «είμαστε οι καλύτεροι/ες», και ii) μας αρέσει πραγματικά, είναι το πάθος μας.
Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε δύο προβλήματα: πρώτον, αν δεν είμαστε «οι καλύτεροι/ες» νιώθουμε αποτυχημενοι. Δεύτερον, αν το επάγγελμά μας δεν είναι «το πάθος μας», επίσης νιώθουμε αποτυχημένοι. Και τα προβλήματα αυτά υπάρχουν ακριβώς επειδή οι πιθανότητες να είμαστε οι καλύτεροι στον τομέα μας και ταυτόχρονα το επάγγελμά μας να είναι το πάθος μας,είναι απειροελάχιστες.
Κάποιος που έχει πετύχει αυτό το δίπολο, και το επάγγελμά του του προσφέρει όλα όσα χρειάζεται και απαιτεί από μια εργασία χωρίς να έχει κανένα παράπονο, δεν έχει λόγο να συνεχίσει την ανάγνωση.
Για τους υπόλοιπους, να μια σκέψη.
Οπτική
Όσο καλύτερος είσαι σε αυτό που κάνεις, τόσο καλύτερος εργάτης γίνεσαι και τόσο περισσότερο κερδίζει ο Καπιταλισμός. Εκείνος, το μόνο που πρέπει να κάνει, εφόσον έχει διασφαλίσει την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητά σου, δηλαδή τα μέγιστα παροντικά κέρδη, είναι να βρει ένα τρόπο να εξασφαλίσει ότι θα διαρκέσει για πάντα, έναν τρόπο να κατοχυρώσει την αφοσίωσή σου. Και πώς θα το κάνει αυτό; Γαλουχώντας σε από μαθητή να διαλέξεις από πριν αυτό που θεωρείς πάθος σου (ή αυτό που σου λέει ότι είναι το πάθος σου, γιατί ξέρει ακριβώς τι θα χρειαστεί, και τι όχι, στο μέλλον).
Ταυτόχρονα, ωσάν παρασιτικός νάρκισσος, ενδύει την ιδρωτοποιό ανθρωποώρα σου με τη χροιά του «λειτουργήματος», και έχει εξασφαλίσει ένα αέναο θύμα που θα του «κάνει τη δουλειά» και «θα του αρέσει κι όλας», φυσικά χωρίς να υπάρχει περίπτωση να σε αμοίβει όσο σου αξίζει· άλλωστε ποτέ δεν θα τολμούσες να απαιτήσεις κάτι παραπάνω, εσύ «δεν το κάνεις για τα λεφτά».
Τί σημαίνουν όλα αυτά;
Όχι ότι δεν θα προσπαθείς να βελτιωθείς στο αντικείμενό σου, ούτε ότι δεν θα πασχίζεις να βρίσκεσαι σε εργασίες που σου αρέσουν πραγματικά.
Αυτό που μπορεί να αλλάξει ώστε να αποκομίζεις τα μέγιστα οφέλη (ψυχικά, πνευματικά, υλικά), είναι η νοοτροπία σου απέναντι στην έννοια του επαγγέλματος εν γένει.
Αλλαγή νοοτροπίας
Δεν χρειάζεται να είσαι «ο καλύτερος», γιατί δεν γίνεται όλοι να είναι «οι καλύτεροι» -η καλυτεροτερότητα είναι πλασματική.
Δεν χρειάζεται να κάνεις μία δουλειά σε όλη σου τη ζωή.
Δεν χρειάζεται κάθε δουλειά που θα κάνεις να είναι το πάθος σου.
Δεν χρειάζεται να εξαρτάς την αυτοεικόνα και πληρότητά σου στα επαγγελματικά σου.
Αντίθετα, χρειάζεται να αποδέχεσαι ότι πολλές φορές, σε πολλούς τομείς, είσαι μέτριος (οι περισσότεροι άλλωστε, στατιστικά, βρίσκονται στον μέσο όρο -για αυτό λέγεται μέσος όρος).
Χρειάζεται να προσαρμόζεσαι στις κοινωνικές συνθήκες, στις επαγγελματικές ευκαιρίες, και στα προσωπικά σου γούστα καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής σου, να ακούς τις αλλαγές μέσα σου, και να μην μένεις στάσιμος από φόβο για την αλλαγή.
Χρειάζεται να έχεις ένα πάθος, το οποίο είτε θα είναι η δουλειά σου, είτε θα είναι κάτι άλλο που θα κάνεις παράλληλα με τη δουλειά σου.
Χρειάζεται να μαθαίνεις τον εαυτό σου σε κάθε στάδιο της εξέλιξής σου, ώστε η πληρότητα να έρχεται άσχετα από την επαγγελματική σου κατάσταση.
Αποτέλεσμα
Με λίγα λόγια το νόημα είναι ότι, κάποιες φορές, οι τομείς του επαγγέλματος και της προσωπικής, εγκάρδιας ενασχόλησης είναι διαχωρισμένοι. Το μόνο που έχεις να κάνεις για να μην αδικηθείς, είναι:
i) να καταλάβεις ότι είναι διαχωρισμένοι, και
ii) να απαιτείς από την εργασία σου τα μέγιστα (να μην εφησυχάζεσαι), ώστε να είσαι σε θέση να ασχοληθείς παράλληλα με το πάθος σου, κάτι που, φυσικά, προϋποθέτει ότι
iii) είσαι σε θέση να απορρίψεις πάμπολλες πρόσκαιρες «ασφάλειες» περιμένοντας πειθαρχημένα για μια ευκαιρία που πραγματικά σου αξίζει. Τέλος, πρέπει
iv) να είσαι σε θέση να βρίσκεσαι, κάποιες φορές, σε επαγγέλματα που «δεν σε γεμίζουν» γιατί καταλαβαίνεις ότι το επάγγελμα δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ο σκοπός είναι ανώτερος, και το επάγγελμα είναι ένα από τα μέσα που αξιοποιείς για να φτάσεις σε αυτόν.
Συμπέρασμα
Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να συμβεί αν βρίσκεσαι εθελοντικά σε μία ψευδαισθητική φούσκα: ότι αυτό που κάνεις είναι το «σωστό», ότι «βρίσκεσαι εκεί που πρέπει», ότι «τι άλλο θα μπορούσες να κάνεις άλλωστε;», και, το χειρότερο, ότι είσαι υπεράνω χρημάτων. Με αυτό το φιλότιμο προσυπογράφεις την εκμετάλλευσή σου, και δεν το αξίζεις -όχι, τουλάχιστον, όταν δεν το καταλαβαίνεις ότι το κάνεις.
Μπορείς είτε να γίνεις επαγγελματίας βιολιτζής ή βιολίστρια, είτε να εργαζεσαι σε μία ικανοποιητική και προσοδοφόρα εργασία, που σου επιτρέπει όμως, οικονομικά, χρονικά, σωματικά και ψυχικά, να παίζεις βιολί οποτεδήποτε το θελήσεις, για όλη την υπόλοιπη ζωή σου.
Στις μέρες μας, τουλάχιστον στον σύγχρονο «Δυτικό» κόσμο, κάθε άνθρωπος κάθε ηλικίας, κάθε φύλου, κάθε καταγωγής και κάθε καταβολής είναι ελεύθερος ναεπιλέξει το ταίρι του (όσο ελεύθερος μπορεί να θεωρηθεί βέβαια, σε ένα κοινωνικό σύστημα που μονίμωςυποδεικνύειμε ποιους πρέπει και ποιους δεν πρέπει να συνάπτουμε σχέσεις…).
Η ελευθερία αυτή, όπως και κάθε είδους ελευθερία, έρχεται μαζί με μια τεράστια ευθύνη: την ευθύνη του ότι είμαστε απολύτως υπόλογοι και υπόλογες για τις πράξεις μας, ότι γνωρίζουμε απολύτως τι κάνουμε, και το ότι όλες οι καταστάσεις στις οποίες βρισκόμαστε έχουν προκύψει από τις πεποιθήσεις μας, και δεν τοποθετηθήκαμε εκεί εν αγνοία μας ή παρά τη θέλησή μας.
Μέχρι πρόσφατα, πολλοί άνθρωποι δεν είχαν λόγο στην επιλογή συντρόφου, καθώς κάτι τέτοιο ήταν οικογενειακό και κοινωνικό ζήτημα, και ανήκε στις αρμοδιότητες του πατέρα και της οικογένειας ευρύτερα. Το λεγόμενο «προξενιό» είναι η συζυγική πραγματικότητα τουλάχιστον δύο εν ζωή γενεών στην Ελλάδα του σήμερα. Οι άνθρωποι αναγκάζονταν να συμπράξουν, να κάνουν απογονους, αναγκάζονταν να αγαπηθούν, και αν ήταν τυχεροί, να ευτυχήσουν (ταυτόχρονα δε, έχουν και ως απωθημένο τον πραγματικό έρωτά τους).
Μία λογική συνέπεια της σύγχρονης ελευθερίας θα ήταν οι σχέσεις σήμερα να ήταν ακόμα πιο αληθινές, ακόμα πιο εγκαρδιες, ακόμα πιο αισθηματικές και ρομαντικές από οποιαδήποτε άλλη εποχή. Ακριβώς επειδή ο σύντροφός και η σύντροφος πλέον δεν είναι αποτέλεσμα οικονομικής συμφωνίας, αλλά αποτέλεσμα «χημείας». Γιατί λοιπόν δεν συμβαίνει αυτό;
Γιατί προωθείται τόσο έντονα η ατομικότητα εντός της σχέσης, τη στιγμή που στην οποιαδήποτε σύμπραξη οι δύο γίνονται ένα, νιώθουν ένα, ξεπερνούν τις δυσκολίες ως ένα, δημιουργούν ως ένα, ευτυχουν ως ένα; Όχι ως προϋπόθεση, ή γιατί «έτσι πρέπει», αλλά ως αποτέλεσμα; Γιατί η δέσμευση μέσω κοινωνικών ή θρησκευτικών διαδικασιών είναι ισοδύναμες της πάταξης της «ατομικής ελευθερίας», τη στιγμή που κάθε ον είναι πιο ισχυρό, πιο σίγουρο και πιο ελεύθερο όταν έχει έναν πραγματικό σύμμαχο; Έναν σύμμαχο μάλιστα όχι στα επαγγελματικά ή τα οικονομικά, αλλά έναν σύμμαχο ζωής, έναν σύμμαχο που είναι μαζί του ως ανθρώπινη ολότητα;
Γιατί νιώθουν την ανάγκη να «φεύγουν» κάθε τόσο, να «βρίσκουν τον εαυτό τους», να «ξεκουράζονται» και να περνούν τον χρόνο τους μακριά από τον άνθρωπο τους;
Ο επαναπροσδιορισμος διαφόρων σημείων και χαρακτηριστικών της ζωής του ανθρώπου είναι απαραίτητη διαδικασία για να κρατά την αυτογνωσία του σε εγρήγορση. Ειδικά λόγω της ασυνειδησιας που η ζωή (που έχει ο ίδιος επιλέξει) του προκαλεί, μέσω της έντονης ενασχόλησης με πληθος δραστηριοτήτων, όπως η καριέρα ή οι περιττές κοινωνικές συναναστροφές, είναι απαραίτητο να κάνει κανείς ένα βήμα πίσω, να φιλοσοφήσει, να σκεφτεί που βρίσκεται και που πάει.
Το απίστευτο είναι ότι επιλέγει να κάνει αυτή τη διαδικασία μακριά από τον άνθρωπό του, είτε σωματικά, είτε ψυχικά.
Το ταξίδι της αυτογνωσίας, της αυτοβελτιωσης, του επαναπροσδιορισμου του παρελθόντος ή του παρόντος είναι μια από τις πιο συναρπαστικές διαδικασίες που χρειάζεται να κάνει ένας άνθρωπος. Όταν είναι μόνος του, είναι λογικό να το κάνει μόνος του. Όταν όμως βρίσκεται σε μία σχέση, δεν υπάρχει κάτι πιο όμορφο από το να μοιράζεται αυτή την εμπειρία με το ταίρι του, να ζητάει τη γνώμη του, να αλληλεπιδρά, να παρατηρεί μαζί του τις αλλαγές στη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα, να παίρνει ανατροφοδότηση και «μια δεύτερη ματιά» από κάποιον που τον γνωρίζει τόσο καλά και θέλει αποκλειστικά και ανιδιοτελώς το καλό του… Γιατί δεν το κάνει;
Η λογική λέει ότι όταν ένας άνθρωπος σε κουράζει, όταν του αποκρύπτεις τις πιο σημαντικές πτυχές της προσωπικότητας σου, όταν τον αποκλείεις από τον σχεδιασμό του μέλλοντος και του παρουσιάζεις κάποιες αποφάσεις που έκρινες μόνος σου (γιατί θα κάνεις ο, τι θες όποτε το θες, είσαι άλλωστε «ελεύθερος») τότε το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θες αυτόν τον άνθρωπο δίπλα σου. Τον θες απλά εκεί κοντά, για συγκεκριμένους λόγους και υπό προϋποθέσεις.
Και αφού δεν είναι «ο άνθρωπος σου», οτιδήποτε κι αν εννοεί κανείς με αυτή την έκφραση, έχει κάθε λόγο να σε μισήσει, όταν κάποια στιγμή συνειδητοποιήσει πόσο χρόνο του σπατάλησες.
Οι άνθρωποι έχουν πλέον τόσες επιλογές και τους κουράζει τόσο πολύ η ευθύνη αυτής της απόφασης, που μένουν με ο, τι προσφερθεί, το στολίζουν με τα χρώματα που εξυπηρετεί τον εσωτερικό τους μονόλογο, και το ονομάζουν έρωτα, σχέση, αγάπη.
Επιχειρούν μάλιστα να επαναπροσδιορίσουν τον ορισμό της σχέσης ή της αγάπης ώστε να ταιριάζει στο πρότυπο που οι ίδιοι έπλασαν, για να μην αισθάνονται ότι «κάνουν κάτι λάθος» (μάλλον, για να μην παραδέχονται ότι το κάνουν).
Σε περίπτωση που δεν είναι ακόμα σαφές, η ειδοποιός διαφορά της έννοιας της «σχέσης» (με την μονογαμική, ερωτική, συντροφική και ρομαντική της υπόσταση) από οποιαδήποτε άλλη ερωτική ή συντροφική περιοδική συναναστροφή, είναι η σύζευξη των δύο ως ένα. Όποιος και όποια δεν επιθυμεί σύζευξη ή ενότητα, μπορεί να αλλάξει το είδος της σχέσης του, και να μην καπηλεύεται έναν εξ ορισμού όρο συνένωσης, για τη σποραδική και υπό προϋποθέσεις κάλυψη αναγκών που δεν σχετίζονται με αυτή την ένωση.
Τα πράγματα, καλώς ή κακώς, δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνεται. Είναι ακόμα πιο απλά.
Όταν υπάρχουν δύο υπάρχει μόνο ένας. Αν δεν υπάρχει, τότε οι δύο εξακολουθούν να είναι ο καθένας μόνος του.
Το σίγουρο είναι ότι είναι καλύτερα να είναι κανείς μόνος, μόνος του,
παρά μόνος μέσα στη σχέση του.
❃❃❃
“Εδώ περάσαμε τη ζωή μας, στερημένοι από αγαθά, ευχαριστημένοι ωστόσο… μια και είμαστε μαζί.”
Η ασυνειδησία ή αδυναμία συνείδησης είναι μεγαλύτερο πρόβλημα από όσο φαίνεται με τη πρώτη ματιά, και αφορά περισσότερους ανθρώπους από ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. (χρόνος ανάγνωσης: 15 λεπτά)
❃❃❃
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ασυνειδησία αφορά την κατάσταση κατά την οποία ζούμε μια στιγμή αλλά δεν την βιώνουμε πραγματικά. Βρισκόμαστε σε ένα νοητικό «κουκούλι» μέσα από το οποίο ακούμε, βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε τα εξωτερικά ερεθίσματα με ασφάλεια, χωρίς όμως να τα νιώθουμε στην ουσία τους, χωρίς να συνειδητοποιούμε πραγματικά τί συμβαίνει. Οι άλλοι μας βλέπουν μέσα από αυτό με έναν συγκεκριμένο τρόπο, και εμείς βλέπουμε τον εαυτό μας με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ο τρόπος όμως και στις δύο περιπτώσεις δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Αίτια & αποτελέσματα
Υποκρισία
Η ασυνειδησία έχει τεράστια σχέση με την υποκρισία (επερχόμενο άρθρο, σε επεξεργασία) καθώς την περιέχει αλλά και, πολλές φορές, την προϋποθέτει. Όταν μας ενδιαφέρει τόσο πολύ το τί θα πει ο κόσμος (είτε αυτό οφείλεται στον υπ' ευθύνη μας ναρκισσισμό και αδικαιολόγητη αυτολατρεία, είτε στα ψυχικά τραύματα που έχουμε αναπτύξει εξαιτίας άλλων), δεν μπορούμε παρά να υποδυόμαστε έναν άλλο, ιδεατό εαυτό απέναντί τους, πρωτίστως για να τους πείσουμε και δευτερευόντως (και ανεπιτυχώς) για να πείσουμε τον εαυτό μας.
Το να υποδυόμαστε ότι είμαστε κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είμαστε μας κάνει να βιώνουμε όχι την αληθινή πραγματικότητα, αλλά αυτή που πλάστηκε κατ' αναλογίαν του πλαστού εαυτού μας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, όχι μόνο την αδυναμία εστίασης στη παροντική αλήθεια, αλλά και την αδυναμία δημιουργίας αληθινών αναμνήσεων. Οι αναμνήσιες μας είναι άμεσα συνδεδεμένες με την πλαστή πραγματικότητα, και μπλέκονται ανάμεσα στην αληθινή πραγματικότητα που προσπαθούμε να διατηρήσουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας.
Έτσι δημιουργούμε κατά φαντασίαν αλληλοτροφοδοτούμενες αναμνήσεις, οι οποίες μεταβάλλουν το παρόν σε μια νέα, επίσης πλαστή βάση. Χτίζεται με τα χρόνια μια φαντασία πάνω στη φαντασία, και, γυρνώντας πίσω, συνειδητοποιούμε ότι τίποτα από όσα ζήσαμε δεν είχε πραγματικό νόημα, ότι πήραμε αμέτρητες λάθος αποφάσεις, ότι χάσαμε άδικα ανθρώπους και ότι παραμείναμε με κάποιους επίσης άσκοπα. Συνειδητοποιούμε επίσης ότι δεν θυμόμαστε πολλά πράγματα για συγκεκριμένες εμπειρίες ή περιόδους της ζωής μας (και τείνουμε να τα ρίχνουμε στην «κακή» μας μνήμη). Όλα αυτά επειδή σκεφτόμασταν και πράτταμε σαν να είμαστε έξω από το σώμα μας, σαν να «μην μετράνε» τα λάθη που θα κάναμε, σαν να ζούσαμε σε ένα όνειρο από το οποίο κάποιος θα μας ξυπνούσε, σαν να έχουμε χρόνο.
Όρια
Ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο καλλιεργούμε την ασυνειδησία είναι με το να μην θέτουμε τα όριά μας, με το να λέμε παντού «ναι» αντί για «όχι», με το να είμαστε ευάλωτοι απέναντι σε ψυχικά ισχυρούς «καθοδηγητές» της ζωής μας και γενικότερα να ζούμε αλλεπάλληλες καταστάσεις τις οποίες δεν θέλουμε πραγματικά να ζήσουμε.
Όταν βρισκόμαστε σχεδόν αναγκαστικά σε ένα χώρο, με μια παρέα, σε μια κακή στιγμή της ζωής μας, όταν αισθανόμαστε άβολα με το αγενές σχόλιο ενός «φίλου» και δεν του το λέμε, όταν δικαιολογούμε κακοποιητικές συμπεριφορές με το πρόσχημα του «χιούμορ», όταν αναγκαζόμαστε να παραβλέψουμε λόγια και πράξεις γιατί «δεν αξίζει να το κάνουμε θέμα τώρα, η ψυχική μας γαλήνη είναι πολυτιμότερη», γενικότερα όταν είμαστε δειλοί και δεν εμπιστευόμαστε το ένστικτο και την έμφυτη ανάγκη μας για αντίδραση, αναγκαζόμαστε να υφιστάμεθα μια πλαστή πραγματικότητα κατά την οποία «το σχόλιο δεν ήταν πράγματι προσβλητικό», «ένα απλό αστείο ήταν», «δεν απείλησε κανείς την ψυχική μου γαλήνη».
Θέλουμε να μην ίσχυαν όλα αυτά και αντιδράμε σαν να μην έγιναν, για να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας που δεν έκανε τίποτα για αυτά αλλά και για να δημιουργήσουμε μια πλαστή πραγματικότητα κατά την οποία όλα είναι «τέλεια» ώστε να μπορέσουμε να κρυφτούμε για πάντα στην ασφάλειά της. Έτσι διαιωνίζεται μια ακατάπαυστη αδικία εις βάρος μας, κατά την οποία κανείς δεν είχε αντιληφθεί την αλήθεια που είχαμε μέσα μας, επειδή εμείς φοβηθήκαμε να τη φανερώσουμε. Ταυτόχρονα κανείς δεν τιμωρείται και η τάξη δεν αποκαθίσταται, καθώς η αληθινή πραγματικότητα των υπόλοιπων είναι η δική μας πλαστή πραγματικότητα (και κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει για αυτό γιατί δεν ευθύνονται εκείνοι).
Τοξική πολυκοσμία
Συχνά συνδεόμενη με όσα αναφέρθηκαν μόλις, η πολυκοσμία μπορεί επίσης να συμβάλλει στην ασυνειδησία ζωής. Στη θρησκεία το λέμε «πνεύμα», στην επιστήμη το λέμε «ενέργεια», στο δρόμο το λέμε «χνώτα», σε κάθε περίπτωση και άσχετα από το που πιστεύει ο καθένας, το σημαντικό είναι να καταλάβουμε ότι όταν συνευρισκόμαστε με ανθρωπους δεν βρισκόμαστε μόνο με το κορμί τους, αλλά και με αυτό που εκπέμπουν, είτε καλό είτε κακό. Μπορεί τα σώματά μας να βρίσκονται σε απόσταση, οι «αύρες» μας όμως αγγίζονται και τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα θετικά.
Κάποιοι άνθρωποι μας ηρεμούν και θέλουμε να βρισκόμαστε όσο πιο κοντά τους γίνεται για όσο περισσότερο γίνεται, και πάντα η συνάντηση με αυτούς μας κάνει να αισθανόμαστε χαρά, αισιοδοξία και εμπιστοσύνη, ενώ με άλλους δεν μπορούμε να σταθούμε ούτε στο ίδιο δωμάτιο. Με κάποιους και μόνο το να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα μας δημιουργεί άγχος, τάσεις φυγής, απαισιοδοξία, γκρίνια, ακόμα και ψυχοσωματικά συμπτώματα. «Κάτι μας φταίει» και δεν ξέρουμε τί, κάτι μας απωθεί αλλά δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Δεν μπορούμε, γιατί βρισκόμαστε σε κατάσταση ασυνειδησίας. Το παρακάτω ντοκυμαντέρ, παρά το ποιητικό και γλαφυρό του ύφος, εξηγεί, μεταξύ άλλων, γιατί η αύρα των ανθρώπων μας επηρεάζει.
Η «μαυρίλα» που κάποιοι άνθρωποι εκπέμπουν μας συρρικνώνει, και καθιστά αδύνατο να σκεφτούμε λογικά. Ίσως λοιπόν, αν πιάνουμε συχνά τον εαυτό μας σε αντίστοιχες καταστάσεις, πρέπει να σκεφτούμε το ενδεχόμενο να αλλάξουμε περιβάλλον (ακόμα κι αν το τοξικό αυτό περιβάλλον είναι το μόνο που μας δίνει την ψευδαίσθηση της αποδοχής). Στη περίπτωση βέβαια που η ασυνειδησία μας οφείλεται στo «μαύρο» που εμείς οι ίδιοι εκπέμπουμε, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.
«Υγιείς συνήθειες» που ενισχύουν την ασυνειδησία
Η ασυνειδησία ζωής ενισχύεται από το ίδιο το σύστημα αξιών της δυτικής κουλτούρας: τα πάντα μας επιτάσσουν αφενός την απραγία, αφετέρου το 100% της προσοχής μας. Υπάρχουν όμως και συνήθειες που όχι μόνο δεν είναι κακές, αλλά αντίθετα, είναι πολύ θετικές για την ψυχική μας υγεία, οι οποίες όμως μπορούν να οδηγήσουν ή να ενισχύσουν την ηδη υπάρχουσα ασυνειδησία. Αυτές είναι:
Τα πολλά ταξίδια
Αν και το να ταξιδεύουμε είναι εξαιρετικό για τη ψυχή και το πνεύμα (νέες εμπειρίες, νέες τοποθεσίες, εκτόνωση, καθαρισμός του μυαλού από υποχρεώσεις κ.ο.κ.) το να γίνει το ταξίδι αυτοσκοπός είναι καταστροφικό. Το να μην είσαι σε θέση να ξεκουραστείς, να χαρείς, να κάνεις διακοπές, να ηρεμήσεις, να δημιουργησεις εμπειρίες, να μάθεις καινούρια πράγματα, να πειραματιστείς, να ζήσεις στον τόπο σουείναι σοβαρή ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά (ακόμα και αν νιώθεις καλά με ό, τι κάνεις).
Πηγαίνοντας ένα ταξίδι τοποθετείσαι σε μια υγιή φούσκα, μια διακοπή του χωροχρόνου που σε οφελεί γιατί πραγματικά το έχεις ανάγκη. Το να μπαίνεις συνέχεια σε ψευδαισθητικές φούσκες παράλληλης πραγματικότητας ενισχύει την ασυνειδησία ζωής, καθώς η ζωή δεν είναι αυτό που ζεις στο ταξίδι, αλλά αυτό που αντιμετωπίζεις όταν επιστρέψεις. Το ταξίδι είναι ένα διάλειμα που σκοπό έχει να σε γεμίσει ενέργεια, χαρά και ανυπομονησία να συνεχίσεις τη ζωή σου, δεν αποσκοπεί στο να σε κάνει να την ξεχάσεις.
Ρουτίνες
Το να δημιουργείς έθιμα και «τελετουργικά» στην καθημερινότητά σου είναι πολύ όμορφο, ειδικά όταν τα «ιδρύεις» με άλλα άτομα (οικογένεια, φίλους κ.ο.κ.). Μπορεί να αφορά μια ιδιαίτερη διατροφική συνήθεια μια μέρα της εβδομάδας, ή μια ειδική γιορτή μια μέρα του χρόνου. Μπορεί να αφορά μια πρωινή, απογευματινή ή βραδινή ακολουθία, ποιές δηλαδή κινήσεις ακολουθείς με τη σειρά για την επίτευξη ενός ευάρεστου 24ώρου.
Αυτό που πρέπει να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη, ιδρύοντας και εφαρμόζοντας ρουτίνες στην καθημερινότητά μας, είναι ότι ποτέ δεν πρέπει να τις συνηθίσουμε. Πρέπει να βρισκόμαστε σε επαγρύπνιση, γιατί ανά πάσα στιγμή κάποιο βήμα της ρουτίνας μας μπορεί να σταματήσει να μας ευχαριστεί, να σταματήσει να είναι προσοδοφόρο ή ακόμα και να αρχίσει να μας κάνει κακό. Όταν συνηθίζουμε μπαίνουμε στον «αυτόματο πιλότο», κάτι που εξ ορισμού περιγράφει την ασυνειδησία. Πρέπει κάθε βήμα κάθε ρουτίνας να επανεξετάζεται καθημερινά, ώστε να προσφέρει την ίδια χαρά που πρόσφερε την πρώτη φορά που πραγματοποιήθηκε. Αν δεν το κάνει, πρέπει να αλλάξει.
Νοητικά τρικ της Ψυχολογίας
Τα τελευταία χρόνια τείνει να εξαπλώνεται μια συμβουλή προς κάποιους αγχώδεις τύπους προσωπικοτήτων που εξωτερικεύουν τις ανησυχίες τους, που αφορά την εστίαση της προσοχής τους σε άβολες στιγμές (κάτι που πιθανόν σχετίζεται με τον μηχανισμό άμυνας της συναισθηματικής αποσύνδεσης). Συγκεκριμένα η συμβουλή, μέσες άκρες, είναι:
«Κάθε φορά που βρίσκεσαι με άλλους ανθρώπους και κάποιος ή κάτι σε κάνει να αισθανθείς άβολα, προσπάθησε να εστιάσεις την προσοχή σου σε κάτι άσχετο, που βρίσκεται στο περιβάλλον σου. Εστίασε, για παράδειγμα, σε μία πόρτα. Δες από τι υλικό είναι φτιαγμένη, τι σχέδια έχει, πώς είναι η κλειδαριά της, σκέψου τι μπορεί να έχει από πίσω. Έτσι θα πάρεις την προσοχή σου από αυτό που σε ενοχλεί και δεν θα σε υποκείψεις στο άγχος σου».
Όχι. Αν κάτι σε έκανε να νιώσεις άβολα μην πάρεις μακριά την προσοχή σου. Κάτι σε ενόχλησε, που σημαίνει ότι κάτι απέναντί σου είναι λάθος. Εντόπισε αυτό το λάθος και διόρθωσέ το. Κάνε μια παρατήρηση, αμύνσου, ή τουλάχιστον κράτα την αξιοπρέπειά σου προστατεύοντας τον εαυτό σου, και φύγε. Μην μένεις σε έναν τόπο ξεχνώντας αυτά που σε βάλλουν, από φόβο μήπως σε παρασύρει το άγχος. Μην φοβάσαι το άγχος. Μην φοβάσαι να φοβάσαι. Γενικά, μη φοβάσαι τίποτα. Και σίγουρα μην ακούς όσους σου λένε να στρέψεις αλλού τη προσοχή σου, ειδικά μακριά από κάτι που σε βλάπτει. Θα το συνηθίσεις και θα συνεχίσει να σε βλάπτει για πάντα και ασυνείδητα. Όταν συνηθίζεις να νιώθεις άβολα, η «αβολότητα» γίνεται η φυσική σου κατάσταση και γεμίζει την κάθε μέρα σου χωρίς ποτέ να το καταλάβεις. Μην αφήνεις τίποτα όρθιο, όταν σε κάνει να νιώθεις άβολα. Διάλυσέ το συθέμελα.
Οι πολλές, πολλές φωτογραφίες
Οι selfies έχουν κατηγορηθεί, επίσημα ή ανεπίσημα, για πλήθος ψυχικών προβλημάτων -και όχι άδικα- όμως ίσως δεν είναι αυτές το πραγματικό ή το μόνο πρόβλημα. Όταν βγάζεις άπειρες φωτογραφίες (τοπία, φαγητά, ζώα, λουλούδια και κάθε τι άλλο θεωρήσεις όμορφο ή ενδιαφέρον), σε σημείο που δεν αντέχεις να μην τη βγάλεις και, ίσως, να τη στείλεις κάπου, ζεις μέσα από τις φωτογραφέις και όχι μέσα από την εμπειρία σου. Βλέπεις τα αντικείμενα μέσα από την κάμερα, όχι κατευθείαν από το μάτια σου. Μετά αφιερώνεις πάρα πολύ χρόνο στο να ταξινομήσεις τις φωτογραφίες, να διαγράψεις τις «κουνημένες», να τις βάλεις σε φακέλους στον υπολογιστή, να τις επεξεργαστείς και να τις ανεβάσεις στα social media. Μετά τις ξαναβλέπεις αναρτημένες για να δεις τι απήχηση είχαν (και τις συγκρίνεις με αυτές της προηγούμενης εξόδου).
Γυρνάς ξανά και ξανά κάθε τόσο να δεις αυτές τις φωτογραφίες για να «θυμηθείς τα παλιά». Τότε είναι που εγκαθιδρύεις τις λάθος πληροφορίες στον εγκέφαλό σου. Έχεις δει τα φωτογραφημένα αντικείμενα τόσες πολλές φορές μέσα από τις φωτογραφίες, ενώ τόσο ελάχιστες όταν ήσουν πραγματικά εκεί.
Δημιουργείς τις αναμνήσεις που τροφοδοτείς (σκέφτεσαι) περισσότερο, ακόμα και αν είναι ψεύτικες. Επομένως οι αναμνήσεις που έχεις τροφοδοτήσει για την εκάστοτε εμπειρία είναι αυτές οι στιγμιαίες που απεικονίζονται στη φωτογραφία, δεν είναι η πραγματική εμπειρία. Την πραγματική εμπειρία την έχεις ξεχάσει, γιατί, όταν τη ζούσες, αντί να στρέψεις τη προσοχή σου σε αυτή, την έστρεψες στη φωτογράφιση.
Στην απέλπιδα προσπάθειά σου να κρατήσεις τις στιγμές ζωντανές στο χρόνο, μιας και διαισθάνεσαι πόσο χάνεις τον χρόνο σου βγάζοντάς τες, τις χάνεις για πάντα.
Επιμύθιο
Με λίγα λόγια «έχω συνείδηση» σημαίνει «δρω επί του παρόντος». Κάθε φορά που θες να πεις κάτι και δε το λες, που θες να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις, κάθε φορά που αναβάλλεις μια διεργασία, αλλά και κάθε δευτερόλεπτο που ξοδεύεις σκεπτόμενος ή σκεπτόμενη οτιδήποτε συνέβη στο παρελθόν, ενισχύεις την ασυνειδησία σου. Αυτό γιατί, αντί να σκέφτεσαι το παρόν και μόνο το παρόν, σκέφτεσαι είτε το παρελθόν, είτε το μέλλον, είτε μια παροντική αλλά παράλληλη πραγματικότητα κατά την οποία «μίλησες, έδρασες, έκανες».
Το πιο εύκολο πράγμα στις μέρες μας είναι να χάσουμε τη συνείδησή μας. Το πρόβλημα έρχεται όταν εμείς οι ίδιοι το επιδιώκουμε ή εθελοτυφλούμε, για να αποφύγουμε στιγμιαίες αλλά παροδικές δυσάρεστες καταστάσεις. Χωρίς συνείδηση δεν μπορεί να υπάρξει ευτυχία, γιατί η ευτυχία δεν έρχεται από μόνη της, αλλά δημιουργείται βήμα βήμα, στιγμή προς στιγμή. Αν εστιάσουμε σε αυτό, δρούμε, αντιδρούμε, εξελισσόμαστε, επαναπροσδιορίζουμε τον εαυτό και τη ζωή μας ολόκληρη, τότε μόνο μπορούμε να έχουμε δικαίωμα να αναζητούμε την ευτυχία. Τότε μόνο η ευτυχία θα είναι εφικτή.
Το ιστολόγιο αποσκοπεί στην προβολή άρθρων όχι μόνο για την ενημέρωση και τον σχολιασμό επιστημονικών θεμάτων, αλλά και για τον προβληματισμό πάνω σε καίρια ζητήματα της ανθρώπινης υπόστασης και την παροχή εναλλακτικών τρόπων σκέψης. Σκοπός είναι πάντα η εμβάθυνση και η εσωτερική αναζήτηση, όχι απαραίτητα η εύρεση μιας καθολικής απάντησης σε κάθε ζήτημα.