“τι θα πει ο κόσμος” & δημοκρατικοποίηση της κοινωνικής αποσάθρωσης

(χρόνος ανάγνωσης: 8 λεπτά)
Μία από τις συχνότερες εχέμυθες σκέψεις μας, ένα από τα πρώτα πράγματα που φροντίζουν να μας ποτίσουν εξ απαλών ονύχων, μια υποσυνείδητη αυτοενοχή που μας ταλανίζει, όχι σπάνια, μέχρι το τέλος της ζωής μας, χωρίς να έχουμε μπορέσει καν να παραδεχτούμε ή να αντιληφθούμε ότι είναι πρόβλημα: τι θα πει ο κόσμος.

Υπάρχουν άνθρωποι που είτε δεν έχουν καν αντιληφθεί το μέγεθος της σοβαρότητας (και ανοησίας) αυτής της τόσο περιοριστικής για τη ζωή έκφρασης, άλλοι που το έχουν αντιληφθεί και κάνουν ό,τι μπορούν για να ζήσουν όσο πιο ελεύθεροι μπορούν, και άλλοι, τέλος, που έχουν τραβήξει πολύ το σχοινί και έχουν χάσει την ουσία των εννοιών που σχετίζονται με την ελευθερία και τα “ανθρώπινα δικαιώματα. Για όλους αυτούς λοιπόν, ας προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε τα νήματα από τα οποία αποτελείται αυτή η νοοτροπία και στάση ζωής.


Κατ' αρχάς: ποιός κόσμος;

Μιλάμε για την οικογένεια; Τους φίλους;
Την γειτονιά; Το σχολείο; Τη δουλειά;
Όχι; Είναι ευρύτερη η ανησυχία;
Η πόλη; Ο νομός; Η χώρα; Η γη;

Ποιός κόσμος είναι αυτός, η σημαντικότητα της γνώμης του οποίου είναι ικανή να μας καθορίσει το πώς σκεφτόμαστε και ζούμε; Ποιοί συγκεκριμένα είναι οι άνθρωποι που πρόκειται να μας επικρίνουν και να μας κάνουν να νιώσουμε ντροπή ή ενοχή; Έχουν ονόματα; Τους συναντάμε καθημερινά; Είμαστε εξαρτημένοι υπαρκτικά από αυτούς; Και από μια άλλη οπτική, τους έχει φωτίσει κάποιος με την παντοδύναμη σοφία και δικαιοδοσία να επικρίνουν, ώστε να έχει βαρύτητα η άποψή τους;

Οι άνθρωποι των οποίων ο λόγος έχει βαρύτητα σπανίζουν. Τα άτομα που θέλουν το καλύτερο για μας και μιλούν ανιδιοτελώς και χωρίς επίκριση αλλά με συμβουλευτικό πνεύμα, είναι ακόμα λιγότερα έως ανύπαρκτα. Εντελώς ελάχιστα όμως είναι τα άτομα που όντως γνωρίζουν το οτιδήποτε σε αυτή τη ζωή οπότε θα επωφελούμασταν να ακούγαμε την γνώμη τους. Συν τοις άλλοις δεν θα έπρεπε να λησμονούμε ότι οι άνθρωποι για τους οποίους αξίζει να κάνεις μια αλλαγή, δεν θα σου ζητήσουν ποτέ να αλλάξεις. 

Η οικογένεια είναι απλώς η πηγή μας, η καταγωγή μας. Τους ακούμε, γιατί κατά πάσα πιθανότητα θέλουν το καλό μας, αλλά πάντα με ένα πανίσχυρο φίλτρο. Συχνά χρειάζεται να κάνουμε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που μας λένε, για του λόγου το αληθές (είναι παρατηρημένο άλλωστε ότι ενώ η οικογένεια θέλει το καλό μας, τις περισσότερες των περιπτώσεων δεν έχει ιδέα τί πραγματικά είναι καλό για μας και τί ακριβώς μας αξίζει). Η οικογένεια που έχουμε εμείς οι ίδιοι δημιουργήσει, αποτελείται από άτομα που εξ ορισμού δεν πρόκειται ποτέ να μας επικρίνουν (αν υπάρχει αυτή η περίπτωση, δεν είναι οικογένεια, την διαλύουμε συθέμελα). 

Οι φίλοι που “έχουν άποψη” και “απλά λένε τη γνώμη τους”, δεν είναι φίλοι. Οι φίλοι δεν είναι εκεί για να λένε τι είναι σωστό και τι είναι λάθος στη ζωή σου, τι θα μπορούσε να κάνεις για να είναι “καλύτερη”, τι πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγεις γιατί “δεν σου ταιριάζει”. Οι φίλοι δεν θα χρειαστεί ποτέ να πούνε την γνώμη τους σε τίποτα που αφορά τη ζωή σου, και σίγουρα δεν θα σκεφτούν καν να κρίνουν μια απόφασή σου, έστω και υποσυνείδητα, στη σκέψη τους. Αν όλα αυτά σου ακούγονται ξένα, αποδιοπομπαία, απαράδεκτα και ανήκουστα, μάλλον πρέπει να επαναπροσδιορίσεις τι σημαίνει φιλία.

Η γειτονιά (που για κάποιο λόγο μας απασχολεί ίσως περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία) είναι και η πιο αδιάφορη στην ουσία της. Η γειτονιά αποτελείται από σπίτια, οικογένειες, συστήματα, ομάδες, γκέτα (καλά και κακά), είναι απλώς το άθροισμα των διαφορετικών από εμάς συνόλων ανθρώπων, που εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την ευημερία του ιδίου συστήματος, και δεν ενδιαφέρεται για την βελτίωση της ζωής των υπολοίπων συστημάτων. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων μάλιστα, θέλουν το κακό των υπολοίπων και την δική τους υποτιθέμενη κοινωνική ανάδειξη (ποιός έχει το ακριβότερο αμάξι, ποιών τα παιδιά πάνε σε ιδιωτικό σχολείο, ποιοί κανονίζουν κρουαζιέρες για διακοπές...). Η εποχή που οι τσούπες έκαναν παρέλαση στις γειτονιές για να κανονιστούν τα προξενιά και οι σόγαμπροι κλάδευαν σαν καλά παιδιά τις λεμονιές του πεθερού έχουν προ πολλού ξεπεραστεί. Αν ένας γείτονας τυχαίνει να είναι αξιόλογος και σημαντικός για τη ζωή σου καλώς, αν όχι είναι απλά γείτονας (τουτέστιν, δεν σημαίνει τίποτα για σένα).

Το σχολείο ή η δουλειά, είναι κάτι που θα μπορούσε όντως να επηρεάσει την κρίση μας στη λήψη μιας απόφασης για την ζωή μας, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις βρισκόμαστε με άτομα κάθε μέρα, στον ίδιο χώρο, για τον ίδιο χρόνο, και αναπόφευκτα υπάρχει έντονη αλληλεπίδραση. Όταν δε είμαστε χαμηλά στην ιεραρχία, τα πράγματα πιέζουν ελαφρώς. Αλλά στην πραγματικότητα, ούτε σε αυτή την περίπτωση υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα. Όταν έχεις διακριτικότητα, δεν διαλαλείς κάθε πτυχή της ζωής σου με την πρώτη ευκαιρία και αποτελείς “μυστήριο για τους ανθρώπους γύρω σου, όταν είσαι αξιοπρεπής γιατί δεν επιζητάς προσοχή, όταν δεν κάνεις κοινοποίηση παρουσίας στα social media με την κάθε ευκαιρία, ό,τι κι αν κάνεις, όπου κι αν πας και με όποιον κι αν συναναστρέφεσαι, δεν πρόκειται να έχεις στραμμένα τα βλέμματα πάνω σου. Όλη αυτή η ενοχή “μην με δουν να κάνω αυτό, μην μάθουν ότι είμαι έτσι, μην δουν τί είμαι, τί θα πουν αν μάθουν...προέρχεται από την εσωτερική, αδικαιολόγητη και πανηλίθια ανάγκη μας να ξέρουν όλοι που είμαστε και τί κάνουμε. Εσύ τους το λες, και περιμένεις να μην σε κρίνουν; Αφού για αυτό ζουν, αυτό περιμένουν.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι, όπως προαναφέρθηκε, που αντί να σταθούν στο ζύγι ποιόν πρέπει να υπολογίζω και ποιόν όχι” λειτουργούν ολοκληρωτικά, εκφράζοντας μια γενικότερη κοινωνική απαξίωση για τους πάντες και τα πάντα. Είναι οι άνθρωποι που δεν ενδιαφέρονται ούτε για το ήθος τους, ούτε για το ιδανικό της αξιοπρέπειας (ίσως βέβαια δεν μπορούμε να τους κατηγορούμε εφόσον η έννοια της αξιοπρέπειας σημαίνει διαφορετικό πράγμα για τον καθένα και κανείς δεν γνωρίζει τί πραγματικά σημαίνει).

Είναι οι άνθρωποι οι “ζω για μένα”,  “όλα για πάρτη μου”,  “εγώ να 'μαι καλά”,  “κάνω ό,τι θέλω, όποτε το θέλω, γιατί έχω δικαιώματα”,  “δεν με νοιάζει αν προσβάλλω την αισθητική του χώρου, όποιος δεν θέλει ας μην κοιτάει”,  “δεν με νοιάζει αν προσβάλλω το ήθος σου, εγώ δεν έχω ήθος άρα δεν με απασχολεί”,  “δεν με νοιάζει αν δεν συνάδω με τους κανονισμούς του περιβάλλοντος, εγώ το κάνω γιατί έτσι γουστάρω και κανείς δεν μπορεί να μου πει τίποτα”,  ό,τι θέλω θα λέω, δημοκρατία έχουμε” και ούτω καθεξής.

Αυτό που δεν γνωρίζουν οι ανωτέρω αυτοαποκαλούμενες θεότητες είναι ότι υπάρχει πρωτόκολλο το οποίο είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να σεβαστούμε. Το ότι έχεις ελευθερία να ορίσεις το ντύσιμό σου, δεν σημαίνει ότι θα παρουσιαστείς ημίγυμνη στην εκκλησία. Το ότι έχεις την ελευθερία του λόγου δεν σημαίνει ότι θα διακόψεις μια συζήτηση για να πεις την άποψή σου (η οποία, ειλικρινά, δεν ενδιαφέρει κανέναν). Το ότι είσαι ελεύθερος να γεμίσεις το κορμί σου tattoo και piercing δεν σημαίνει ότι θα κάνεις και το 5χρονο παιδάκι σου καμβά της δικής σου ανασφάλειας και απελπισμένης αυτοανάδειξης. Το ότι είσαι ελεύθερος να βγεις και να πιείς, δεν σημαίνει ότι έχεις δικαίωμα να μεθύσεις και να γίνεις επικίνδυνος για το περιβάλλον και τους ανθρώπους γύρω σου. Το ότι έχεις κάθε δικαίωμα να γίνεις γονιός δεν σημαίνει ότι μπορείς να κακοποιείς τα παιδιά σου με την δικαιολογία της “διαπαιδαγώγησης.

Με τα δικαιώματα έρχονται και οι υποχρεώσεις, κάτι που είναι τόσο δεδομένο ώστε υπάρχει ως ρήση στα σχολικά βιβλία του Δημοτικού ακόμα. Όσοι αγνοούν, ηθελημένα ή μη, την ύπαρξη και επιτατική ανάγκη τήρησης των υποχρεώσεων και του πρωτοκόλλου, είναι άνθρωποι επικίνδυνοι για το κοινωνικό σύστημα που πάνω απ' όλα δεν αξίζει να απολαμβάνουν τα πολλώς ειρημένα ανθρώπινα δικαιώματα. Είσαι άνθρωπος όταν γνωρίζεις πού να σταματάς, όχι όταν εκμεταλλεύεσαι μια δήθεν δημοκρατικοποίηση της κοινωνικής αποσάθρωσης. Άλλωστε, κάτι επίσης ειρημένο με αφορμή το μάθημα της κοινωνικής και πολιτικής αγωγής στην Ε' Δημοτικού (ευτυχώς η τελευταία γενιά έχει μεγαλώσει και με τέτοια πρότυπα),  “η ελευθερία σου σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου”.

Είναι πραγματικά τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε και να το εφαρμόσουμε; 

Για να είσαι ελεύθερος δεν χρειάζεται να είσαι ακραίος, χρειάζεται να είσαι σεβάσμιος του πρωτοκόλλου, και γνώστης του τί αξίζει κάθε φορά να υπολογίζεις στη ζωή σου. Και αν υπάρχει ένα μάθημα που πρέπει να αποκομίσουμε από όλο αυτό, είναι το εξής.

Είσαι ελεύθερος να κάνεις οτιδήποτε θελήσεις, αρκεί να μην βλάψεις (άμεσα ή έμμεσα) εσένα ή κάποιον άλλον.

Και σε περίπτωση που δεν έγινε κατανοητό (διάβασέ το αργά και φωναχτά, ακόμα και αν διαβάζεις από μέσα σου):

Ε Ι Σ Α Ι  Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ο Σ 

ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ 

Ο Τ Ι Δ Η Π Ο Τ Ε 

ΘΕΛΗΣΕΙΣ,

ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΒΛΑΨΕΙΣ

Τ Ο Ν  Ε Α Υ Τ Ο  Σ Ο Υ

Ή

Κ Α Π Ο Ι Ο Ν  Α Λ Λ Ο Ν.

Πόση απελευθέρωση μπορεί να νιώσει κάποιος, όταν συνειδητοποιήσει αυτό το τόσο απλό πράγμα; Πόσο λυτρωτικό φαντάζει στη συνείδηση ανθρώπων που μονίμως νιώθουν ότι πρέπει να ταιριάξουν, να αλωθούν, να αλλοιωθούν, να συμβιβαστούν, να υποκύψουν, να υπομείνουν; Πόσο θα αλλάξει η ζωή σου όταν καταλάβεις ότι ζεις μόνο μια φορά, ότι ο χρόνος είναι το μοναδικό νόμισμα στο οποίο μετρώνται τα πάντα, ότι ελευθερία δεν σημαίνει ισοπέδωση αλλά γνώση και επίγνωση, ότι η ζωή δεν είναι παρά μια στιγμή στην αιωνιότητα που σου ανήκει, και κανείς μα κανείς δεν έχει λόγο και άποψη σε αυτή παρά μόνο εσύ;


Philomαtheia 10 Αυγούστου 2020

Σχόλια