Ορθογραφία: γλωσσολογική σκοπιά και εξορθολογισμός της εκπαίδευσης

[χρόνος ανάγνωσης: 8 λεπτά]
Το παρόν απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές, φοιτητές επιστημών της εκπαίδευσης αλλά και στον οποιοδήποτε ενδιαφέρεται για τις ατασθαλίες του εκπαιδευτικού συστήματος.
βασικοί ορισμοί
πρώτη επαφή με τη γλωσσολογία και την  οπτική της
τί είναι πραγματικά η ορθογραφία;
«Ιστορική Ορθογραφία» σύντομη αναφορά του όρου
συνέπειες στον παιδικό ψυχισμό
μία νέα κατεύθυνση της εκπαίδευσης

Βρισκόμαστε στην εποχή των αλλαγών και ανακατατάξεων, αυτό είναι κάτι που γνωρίζουν όλοι. Όλο και λιγότεροι όμως δείχνουν να γνωρίζουν ποιοί είναι εκείνοι οι τομείς στους οποίους μια αλλαγή είναι όντως απαραίτητη· περισσότερο φαίνεται να εμμένουν σε αλλαγές που προτάσσουν οι νόμοι της μαζοποίησης και παγκοσμιοποίησης, κατά συνέπεια νόμοι εκφύλισης των ηθών και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, παρά σε μείζονα ζητήματα που διαφεύγουν της προσοχής μας, με δυσμενείς συνέπειες για όλους μας ως άτομα και ως κοινωνίες.


Ένα από αυτά τα ζητήματα είναι και το θέμα που θα μας απασχολήσει σήμερα. Άγνωστο στους περισσότερους, στο οποίο έχει εστιάσει ως επί το πλείστον η σύγχρονη Γλωσσολογική έρευνα και επιστήμη, περισσότερο οι τομείς της κειμενογλωσσολογίας και κοινωνιογλωσσολογίας. Το θέμα μας λοιπόν είναι η ύπαρξη της ορθογραφίας και το βάρος που της δίνουμε, το επίπεδο στο οποίο θα έπρεπε να μας απασχολεί, καθώς και οι συνέπειες που επιφέρει, πρωτίστως στον ψυχισμό του παιδιού και κατά συνέπεια σε κοινωνικό επίπεδο. Όμως επειδή δεν είμαστε γλωσσολόγοι, καλό θα ήταν να εξηγήσουμε βασικούς όρους όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο γίνεται η έρευνά μας.

Για να πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή.. Τί είναι Γλωσσολογία; Κάποιοι θα έλεγαν η γνώση διάφορων γλωσσών, άλλοι θα την συνέδεαν υποσυνείδητα με τη βαθύτερη γνώση μιας γλώσσας-προτύπου (δεν θα διστάζαμε να εννοήσουμε τα Αρχαία Ελληνικά, καλώς ή κακώς), άλλοι θα υπέθεταν ένα συνδυασμό και των δύο. Όλα αυτά όμως είναι ένα μικρό μέρος μιας ευρύτερης, πολυεπίπεδης και σύνθετης επιστήμης.


Κοινές παρανοήσεις σχετικά με την γλωσσολογία:
  • Γλωσσολόγος = φάνσι φιλόλογος.
  • Δεν ξέρεις Κελτιβηρικά; Τι σόι γλωσσολόγος είσαι;
  • Οι γλωσσολόγοι, όπως και οι φιλόλογοι, δεν κάνουν ορθογραφικά λάθη.
  • Η γλωσσολογία είναι περιττή επιστήμη, εφόσον υπάρχουν τόσοι φιλόλογοι για αυτή τη δουλειά (και είναι και άνεργοι, ακούω να λέτε)
  • Είναι η γλωσσολογία επιστήμη;
Μια βαθύτερη ανάλυση και 1:1 αναίρεση των ανωτέρω, αλλά και άλλων υποθέσεων, ίσως συμβεί σε ύστερο χρόνο, αυτό που μας απασχολεί εν προκειμένω είναι οτι η Γλωσσολογία αποτελεί την επιστήμη που μελετά τη γλώσσα ως φαινόμενο, ως ένα μηχανισμό που έχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως στον εγκέφαλό τους εκ γενετής, με τις διαφορετικές γλώσσες που υπάρχουν να είναι απλά διαφορετικές εκδοχές αυτού του κοινού μηχανισμού (Chomsky 1957). [Βασικά στοιχεία for starters για τον καθηγητή Noam Chomsky εδώ ] Αφορά και συνεργάζεται με πλήθος άλλων επιστημών, όπως η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η πληροφορική, η βιολογία κτλ, ανάλογα με τον κλάδο. Ως εκ τούτου, κειμενογλωσσολογία είναι ο κλάδος της γλωσσολογίας που αφορά την μελέτη των κειμένων, με μεγάλη έμφαση στον προφορικό λόγο και στον γραπτό μαθητικό λόγο, και κοινωνιογλωσσολογία η αλληλεπίδραση και σχέση γλώσσας και κοινωνικών φαινομένων.

Όλοι έχουμε λίγο πολύ επαφή με τον γλωσσικό όρο της ορθογραφίας, ως ο γραπτός λόγος μιας γλώσσας ή περισσότερο ως «το πώς να γράφουμε σωστά» αλλά αν μας ζητούσαν να ανακαλύψουμε το περιεχόμενο και το νόημα της, τον λόγο ύπαρξής της και τί σκοπό πραγματικά επιτελεί, θα οδηγούμασταν αυταπάγγελτα σε ενστάσεις.

Ορθογραφία είναι η γραπτή απόδοση, απεικόνηση, αναπαράσταση μιας γλώσσας, είναι η φωτογράφιση του προφορικού της λόγου, είναι μια σύμβαση, μια συμφωνία ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλάνε την ίδια γλώσσα, με σκοπό καθαρά την ορθή επικοινωνία και την ομοιομορφία. Όμως όσον αφορά τα ελληνικά (και όχι μόνο) βλέπουμε οτι αυτά που γράφουμε είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που εκφέρουμε με την ομιλία· για παράδειγμα για τον ρηματικό τύπο «είμαι» :
  • Γράφουμε: είμαι,
  • το προφέρουμε: im e,
  • ενώ θα έπρεπε να το προφέρουμε: είμαϊ (όπως πρόφεραν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι που προσπαθούμε να τιμήσουμε με λάθος τρόπο),
  • ή να το γράφουμε: ίμε.

Μια έκθεση ενός μαθητή της Ξυλαγανής -μεγάλου οικισμού του νομού Ροδόπης, με ελληνόφωνους κατοίκους, ωστόσο με ιδιαίτερο τοπικό ιδίωμα ("διάλεκτο") καθώς και Βουλγαρικές και Τουρκικές γλωσσικές επιρροές-, στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας:



Ποιός και με ποιό δικαίωμα θα μπορέσει να πείσει αυτόν τον μικρό αλλά άριστο ομιλητή της γλώσσας του, αυτή που μιλάει στην κοινότητά του και έχει σχεδόν αποκλειστικά ακούσει, ότι κάνει λάθος; Ότι πρέπει να γράφει «πολλά» κι ας λέει «πουλά», να γράφει «έξω» κι ας λέει «όξου», να γράφει «γράψω» κι ας λέει «γράψου»; Προφανώς θα κληθεί να εναρμονιστεί με τους κανόνες, γραπτούς και προφορικούς δυστυχώς, της Κοινής Νέας Ελληνικής, αλλά για κοινωνικούς λόγους, όχι επειδή έκανε λάθος, γιατί λάθος δεν έκανε πουθενά.

Το σημαντικό της όλης υπόθεσης είναι, κατ’ αρχάς, να πάρουμε επιτέλους απόφαση οτι ο γραπτός λόγος υπάρχει για να μας λύνει τα χέρια, όχι να μας τα δένει, υποχρεώνοντας μας σε περιττή μαθητεία. Δεν υπάρχει κάτι πιο λογικό απ’ το να γράφουμε όπως ακριβώς μιλάμε, ή απ’ το να μιλάμε όπως ακριβώς γράφουμε, πόσο μάλλον στο μυαλό ενός παιδιού που μένει ανεπηρέαστο από κοινωνικές συνθήκες και ιστορικές γνώσεις.

Και είναι γνωστή στην Ελλάδα η ύπαρξη της λεγόμενης Ιστορικής Ορθογραφίας, της ορθογραφίας δηλαδή που δεν συνάδει με τον προφορικό λόγο της σύγχρονης Ελλάδας αλλά με αυτον της κλασσικής Αθήνας του 5ου  αι., ή των ελληνιστικών χρόνων αργότερα, σε μια προσπάθεια μίμησης του μεγαλείου τους (πάρε ένα λεπτό να το σκεφτείς, είναι όντως τόσο χαζό όσο ακούγεται). Ωστόσο το μεγαλείο κρύβεται στο περιεχόμενο των κειμένων και όχι στην γλώσσα στην οποία γράφτηκαν, μολαταύτα επιμένουμε να μιμούμαστε το περιτύλιγμά τους καθώς το περιεχόμενο μας δυσκολεύει...

Ακολούθως παρατίθεται ένα βίντεο με την ανάγνωση την Οδύσσειας του Ομήρου, όπως ακριβώς προφέροταν τότε :




  • Γράφουν «ννεπε» και προφέρουν με δύο «ν», όχι ένα.
  • Γράφουν «ἐρρύσατο» και προφέρουν αντίστοιχα με δύο «ρ», όχι ένα.
  • Γράφουν «ἐπεί» και προφέρουν e p ei, όχι e pi.
Εφόσον ένας μαθητής προφέρει k i l i k i o, πώς θα μπορέσει να γράψει «κυλικείο»; Μόνο με καταναγκαστική μαθητεία.

Τί είναι αυτό που κάνει την λανθασμένη χρήση της ορθογραφίας τόσο σοβαρό πρόβλημα, κυρίως για τα παιδιά αλλά και γενικότερα; Όλο αυτό το βάρος και η αξία που δίνουμε στο «σωστό και λάθος» μεταδίδει κάθε άλλο παρά θετικά μηνύματα. Ένας μαθητής του δημοτικού, που μόλις έχει ξεκινήσει την ουσιαστική και πρακτική κοινωνικοποίηση και τελειοποιεί τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του έρχεται αντιμέτωπος με «λάθη» που αμαυρίζουν την ψυχολογία του δίχως λόγο και αιτία, και μπορούν κάλλιστα να τον αποθαρρύνουν απ’ την μάθηση και την παιδεία γενικότερα.

Ένας μαθητής που έχει σαν βαρύτατη αμαρτία το «να γράφει ότι ακούει», ότι πιο λογικό δηλαδή, αντικρύζει τον εαυτό του ως κόκκινες σημειώσεις, παρατηρήσεις, και μια μόνιμη ανάγκη για βελτίωση· όχι βελτίωση που θα επωφελήσει τον χαρακτήρα του, τις γνώσεις του, τον ψυχισμό ή την κοινωνικότητα του, βελτίωση σε κανόνες που έρχονται σε αντίθεση με την λογική και δεν έχουν να προσφέρουν απολύτως τίποτα ουσιαστικό. Με το να δέχεται αβίαστα την ταμπέλα του «κακού μαθητή», μόνο και μόνο γιατί δυσκολεύεται να ακολουθήσει ένα τεράστιο πλήθος ξενικών κανόνων, λαμβάνει αυτή την ταυτότητα και σε άλλα επίπεδα της ζωής και κοινωνικότητας του, τον ακολουθεί για πολύ περισσότερο καιρό και για πολύ σοβαρότερα θέματα. Προστίθεται έτσι ένα ακόμα λιθαράκι στην πλάνη της δήθεν τελειότητας, της εμμονής στην εικόνα και εκπλήρωσης σαθρών στόχων, με παράλλειψη και απαξίωση οποιασδήποτε ιδέας που θα μπορούσε να φέρει πραγματική κοινωνική άνοδο.

Φυσικά πρέπει να καταστεί σαφές οτι με όσα αναφέρθηκαν δεν υπονοείται κανενός είδους υπονόμευση της Ελληνικής Γλώσσας, για την δικαιολογημένη αποθέωση της οποίας υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να ενημερωθούμε και να πειστούμε, ούτε βέβαια προτείνεται ως λύση κάποια υπεραπλούστευση της ορθογραφίας, εφόσον ένα τέτοιο εγχείρημα χρήζει τεράστιας συζήτησης και μελέτης. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοπητό είναι το τόσο απλό: το παιδί σου δεν είναι προβληματικό επειδή είναι ανορθόγραφο, η κοινωνία είναι. Πιθανότερο είναι να αψηφεί τους κανόνες λόγω ευφυίας, παρά λόγω υποτιθέμενης νοητικής υστέρησης.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί και να μας γίνει νοοτροπία, πρωτίστως ως δάσκαλοι αλλά και ως γονείς/μαθητές, είναι  οτι η παρέκλιση στους κανόνες που καθόλου δεν συνάδουν με την λογική του προφορικού λόγου είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Η αξία του μαθητή -ο οποίος πολλές φορές ξεχνάμε ότι είναι άνθρωπος και όχι μηχάνημα-  δεν πρέπει να εξαρτάται από την ικανότητα του εγκεφάλου του να παρακούσει τη λογική του. Είναι ένα προσόν, αλλά δεν καθορίζει την αξία, την ευφυία ή τις μαθητικές του δυνατότητες. Η σωστή χρήση της γραφής έχει οφέλη σε κοινωνικό επίπεδο, ("καλή εικόνα", ένδειξη μορφώσης κτλ) μόνο και μόνο λόγω ύπαρξης αυτής της συμφωνίας. Η ομοιομορφία είναι κάτι που επιζητείται, ειδικά σε τόσο βαρύγδουπες έννοιες όπως αυτές του έθνους και εθνικής ενότητας, μα θα πρέπει να γίνεται με βάση τον ορθολογισμό, όχι το κατά πόσο γράφουμε σαν τον Αριστοτέλη και τον Ησίοδο.

Άλλωστε το σπουδαίο και εξαιρετικά δύσκολο, κάτι που θα έπρεπε να αποτελεί στόχο για όλους τους Έλληνες και όχι μόνο, είναι η γνώση της γλώσσας με σαφή όρια· απ’ τη μία i)πλήρη γνώση της γραφής με βάση την σύγχρονη γλώσσα, του επικοινωνιακού μας μέσου, του ενοποιητικού μας παράγοντα, του εργαλείου με το οποίο θα κάνουμε την ζωή μας πιο εύκολη, και από την άλλη ii)επίσης βαθιά γνώση της προέλευσης της γλώσσας, των ενδιάμεσων σταδίων, του τεράστιου συναισθήματος που συνοδεύει κάθε γλώσσα (πόσο μάλλον τα Αρχαία Ελληνικά και την Ελληνική γενικότερα), με τη μόνη διαφορά ότι θα τίθεται στην βούληση του καθενός το πόσο έντονη θα είναι η εντριβή σε αυτή η γνώση. Εδώ θα διαδραμματίσει σημαντικό ρόλο η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, δηλαδη θα καταστήσει σαφή τη διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις και θα ενισχύσει όπως πρέπει και κρίνει την καθεμία.

Όπως έχει αναφέρει διά ζώσης ο κ. Α. Αρχάκης, Διδάκτορας Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και αγωνιστής του εξορθολογισμού της εκπαίδευσης, «δεν υπάρχουν λάθος κείμενα, όπως δεν υπάρχουν λάθος άνθρωποι». Ας κάνουμε αυτή την άποψη αρχή για όλες τις εκπαιδευτικές διαδικασίες, και ας επικεντρωθούμε επιτέλους στην ένδοθεν αξία του μαθητή, και όχι στις επιφανειακές και επιβαλλόμενες ικανότητές του.


Philomαtheia 12 Μαρτίου 2020

Σχόλια