Ο “εξωτικός” πολιτισμός του 3.000 π.Χ.

της Βάγιας Μαστρογιαννοπούλου

Η 3η χιλιετία, ή αλλιώς Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές περιόδους της προϊστορίας, κατά την οποία σημειώθηκαν ραγδαίες κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές, με την αύξηση του πληθυσμού σε όλη τη νοτιοανατολική μεσογειακή λεκάνη και τη δημιουργία των πρώτων «αστικών» κοινωνιών. Παρακάτω θα ασχοληθούμε με τις επαφές ανάμεσα στην Κρήτη και την ανατολική Μεσόγειο κατά την προανακτορική περίοδο- το άμεσο χρονικό διάστημα πριν την ανέγερση των πρώτων ανακτόρων (Πρωτομινωική Ι έως Μεσομινωική ΙΑ φάσεις).
Με βάση τα «εξωτικά» αντικείμενα που έχουν βρεθεί σε κυκλικούς τάφους της περιόδου (1.), διαφαίνονται οι υπερπόντιες, 'διεθνείς', επαφές των κατοίκων νησιού. Η επιλογή δεν είναι τυχαία, καθώς τα ταφικά κατάλοιπα αποτελούν το corpus των αρχαιολογικών δεδομένων για την πρώιμη εποχή του Χαλκού, όχι μόνο για την Κρήτη αλλά και το υπόλοιπο Αιγαίο (Branigan 1970, 16)- γεγονός που οφείλεται κυρίως στα υλικά κατασκευής, τον τρόπο δόμησης και την οργάνωση των οικισμών, που συντελεί στην άνιση διατήρηση οικιστικών καταλοίπων. Το ζήτημα των επαφών του μινωικού με τους πολιτισμούς της Μεσογείου είχε απασχολήσει τον Evans, με θετικές και αρνητικές συνέπειες για τη μετέπειτα έρευνα. Αφενός, ανέδειξε τη σημασία των επαφών και του πολιτισμικού συγκρητισμού. Αφετέρου, η «άνιση» έμφαση στις σχέσεις με την Αίγυπτο αποτέλεσε θέσφατο για άλλους συγγραφείς ακόμα και σύγχρονούς του (2.), - ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την περίοδο, η αιγυπτιακή αρχαιολογία σημείωνε θεαματικές (sic) εξελίξεις.
Ιστορία της Έρευνας
Το 1904 ήρθε στο φως ο πρώτος κυκλικός τάφος στην περιοχή της Αγίας Τριάδας από τον Halbherr (Branigan 1993, 8-11). Την περίοδο 1904- 1917, ο Στέφανος Ξανθουδίδης διεξήγε σειρά ανασκαφών στην περιοχή της Μεσαράς, δημοσιεύοντας το θεμελιακό έργο Vaulted Tombs of Mesara (Xanthoudides 1924). Μέχρι το 1950 συνέχιζε η αποκάλυψη τάφων στην περιοχή της Μεσαράς αλλά και την ανατολική Κρήτη. Ο Doro Levi έφερε στο φως έναν από τους μεγαλύτερους τάφους στο Καμηλάρι (εικ. 1) ενώ ο Στυλιανός Αλεξίου διεξήγε ανασκαφές στην περιοχή της Λεβήνας (εικ. 2). Το 1970, οι Blackman και Branigan εντόπισαν εννέα τάφους στην κοιλάδα του Αγιοφάραγγου. Πιο πρόσφατα ήρθε στο φως το νεκροταφείο στο Φουρνί Αρχανών, στη βόρεια ακτή του νησιού, υπό τη διεύθυνση του Γ. Σακελλαράκη (Αρχάνες Ι & ΙΙ; Papadatos 2005; Panagiotopoulos 2002 αντίστοιχα). Τα τελευταία χρόνια, ανασκάπτεται θολωτός τάφος από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννη Παπαδάτο στην περιοχή του Λιβαρίου, στο νομό Λασιθίου.
Η 3η χιλιετία στην ανατολική Μεσόγειο
Κατά την 3η χιλιετία, γύρω στις ακτές της ανατολικής Μεσογείου διαμορφώθηκαν διακριτοί πολιτισμοί όπως της Τροίας και Πολιόχνης στο Βόρειο Αιγαίο, των Κυκλάδων, της Κρήτης και της Κύπρου. Κοινό τόπο αποτέλεσε η εξέλιξη της τεχνολογίας, η διάδοση της χρήσης των μετάλλων και της αρχιτεκτονικής μεγάλης κλίμακας. Συνάμα, σημειώνονται μετασχηματισμοί στο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, από απλούστερες σε πιο σύνθετες δομές. Κατά τη δεύτερη φάση της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού αναπτύσσεται μια πολιτισμική κοινή εναγκαλίζοντας όλες αυτές τις περιοχές (Renfrew 1972, 170). Οι «υπερπόντιες» επαφές ευνοήθηκαν από ορισμένους παράγοντες όπως τη θέση και απόσταση μεταξύ νησιών και εκατέρωθεν ηπειρωτικών ακτών, ενώ το έντονο ηπειρωτικό ανάγλυφο δυσχέραινε τις χερσαίες μετακινήσεις (Koutsouflakis 1990, 27). Η βιοτεχνία και η διακίνηση προϊόντων, μια πρωταρχική μορφή εμπορίου, αναπτύχθηκαν ραγδαία (Wright 1998, 362). Η μεταβολή της οικονομίας, φαινόμενο που δε συνέβη παντού ταυτόχρονα, οδήγησε στην ίδρυση οικισμών σε παραθαλάσσιες ή μεσόγειες θέσεις, σε σημεία που εξυπηρετούσαν την εμπορική διακίνηση (Branigan 1970α, 27). Σημαντικό κέντρο διακίνησης αγαθών και επικοινωνίας ήταν αναμφισβήτητα η Τροία, η οποία ακολουθούσε τις εξελίξεις που τεκταίνονταν ανά τη Μεσόγειο, με την ανέγερση οχυρώσεων και την προτίμηση σε σκεύη και κοσμήματα από πολύτιμα μέταλλα που παραπέμπουν σε περιοχές όπως η Κιλικία, Μεσοποταμία, Ρωσία, τα Βαλκάνια, η ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και η Μικρά Ασία (Wright 1998, 359). Νοτιότερα στην Ανατολική Μεσόγειο ήδη γύρω στα τέλη της 4ης και τις αρχές της 3η χιλιετίας σημειώνονται σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές διεργασίες. Στη Μεσοποταμία η εξελιγμένη αρχιτεκτονική, η χρήση γραφής, η καλλιτεχνική άνθιση και η εξάπλωση των οικισμών σηματοδοτούν τη διαμόρφωση των πρωτο-αστικών κοινωνιών (Kuhrt 1997, 23- 28). Οι εξωτερικές επαφές οργανώνονταν απευθείας από τα μεγάλα αστικά κέντρα και μέσω εμπορικών δικτύων διακινούνται σπάνια αγαθά. Κατά την πρώιμη δυναστική περίοδο (2900- 2340 πΧ) ευρήματα όπως οι τάφοι στην Ur υποδεικνύουν μεγάλη συγκέντρωση πλούτου. Οι γραπτές πηγές για την περίοδο είναι αρκετές και από διάφορες θέσεις, με πιο σημαντικά τα αρχεία της Ebla (3.) (2450- 2350). Σφραγίσματα που έχουν βρεθεί δείχνουν ότι υπήρχε δίκτυο ανταλλαγών μεταξύ τοπικών ηγεμόνων. Γύρω στα 2300- 2100 ιδρύεται η δυναστεία των Ακκάδων, με την επιτυχή συνένωση όλων των κέντρων εξουσίας υπό έναν μονάρχη.


Στην Άνω Αίγυπτο αναπτύχθηκε ο πολιτισμός της Νaqada ενώ στην Κάτω Αίγυπτο οικισμοί κατά μήκος του Νείλου, κατοικήθηκαν μέχρι και την πρώιμη δυναστική περίοδο- αγροτικές κοινωνίες χωρίς αισθητή κοινωνική διαφοροποίηση. Γύρω στα 3300-3100 η επιδείνωση της ξηρασίας οδήγησε στην εισροή πληθυσμού στην κοιλάδα του Νείλου. Ο πολιτισμός Naqada εξαπλώθηκε στην Κάτω Αίγυπτο. Πρόκειται για περίοδο ανακατατάξεων κατά την οποία τοπικές ελίτ και ηγετικές μορφές είχαν ενεργό ρόλο στις διαμάχες και συμμαχίες που προκάλεσαν οι μετακινήσεις πληθυσμών. Σποραδικά βρίσκονται εξωτικά αντικείμενα, που θα ενίσχυαν το κύρους των ανερχόμενων αρχηγικών μορφών, καθώς υπάρχουν στοιχεία για ευρεία χρήση του χαλκού και για επαφές με περιοχές από όπου προμηθεύονταν lapis lazuli και άλλους ημιπολύτιμους λίθους. Αυτό εξηγεί την άνθιση θέσεων στην ανατολική έρημο όπως η Ιερακόνπολη, η Άβυδος και η Naqada, στο δίκτυο διακίνησης χρυσού, αργύρου, χαλκού και ημιπολύτιμων λίθων αλλά και κοντά στη Νουβία, η οποία προμήθευε έβενο και ελεφαντοστό. Κατά την πρώιμη δυναστική περίοδο (3100- 2686) αποκρυσταλλώνονται τα γνωρίσματα του αιγυπτιακού πολιτισμού. Η Μέμφιδα αναδείχθηκε προεξάρχουσα πόλη της περιόδου. Βρισκόταν σε ιδανικό μέρος, καθώς επέβλεπε το Δέλτα του Νείλου, ήλεγχε τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις και τους βοσκότοπους και βρισκόταν κοντά στους δρόμους προς τα πλούσια κοιτάσματα χαλκού και τυρκουάζ στη χερσόνησο του Σινά και την Παλαιστίνη. Στην Παλαιστίνη έχουν βρεθεί σφραγίδες της 1ης δυναστείας που δείχνουν ότι ήδη αυτήν την περίοδο οι αιγύπτιοι ηγεμόνες είχαν εμπορικές συναλλαγές με τους γείτονές τους. Στους χρόνους του Αρχαίου Βασιλείου της Αιγύπτου (2345- 2181) οι επαφές με τη Συρο-Παλαιστίνη ήταν συχνές (Watrous 1998, 19). Από το λιμάνι της Βύβλου εισαγόταν ξυλεία κατάλληλη για την κατασκευή πλοίων και σαρκοφάγων. Τακτικές επισκέψεις στην έρημο του Σινά γίνονταν για την πρόσκτηση τυρκουάζ. Υπάρχουν στοιχεία για επαφές με την Έμπλα στη Βόρεια Συρία κατά την 5η και 6η δυναστεία.
Η 3η χιλιετία στην Κρήτη και οι τάφοι
Η έρευνα θολωτών τάφων ενέχει ορισμένες δυσκολίες, λόγω της διατήρησης των κτισμάτων και της στρωματογραφίας, σε πολλές περιπτώσεις προβληματικής καθώς χρησιμοποιούνταν για πολλές γενιές (Georgoulaki 1997, 52). Επιπλέον, πολλοί ανασκάφηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα με μη- συστηματικό τρόπο ενώ το γεγονός ότι είναι υπέργειοι και ορατοί, τους καθιστά εύκολο στόχο για λαθρανασκαφές (Krzyszkowska 2005, 57- 58). Οι κυκλικοί τάφοι εμφανίζονται χωρίς προδρομικές μορφές. Αποτελούν μια από τις πρώτες αρχιτεκτονικές κατασκευές μεγάλης κλίμακας, που διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες. Επιχωριάζουν στη Μεσαρά, από τις πιο παραγωγικές περιοχές της Κρήτης, αν και τα υπάρχοντα οικιστικά κατάλοιπα δε δικαιολογούν αντίστοιχη πληθυσμιακή υπεροχή. Ωστόσο, δεν απουσιάζουν από άλλες περιοχές του νησιού από τα δυτικά έως τα ανατολικά. Κατά την ΠΜΙ φάση, ο πληθυσμός του νησιού αυξήθηκε κατακόρυφα και ιδρύθηκαν οικισμοί τόσο στα παράλια όσο και στην ενδοχώρα (Watrous 2001, 163; Renfrew 1972, 81). Αποτελεί περίοδο μεταβατική, που συνδέει το τέλος της Νεολιθικής με την αρχή της ΠΕΧ- λόγου χάρη στην κεραμεική παραγωγή, στοιχεία συνεχίζονται από τη λεγόμενη Τελική Νεολιθική ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται ρυθμοί που συνέχισαν στην ΠΜΙΙ (Hood 1990, 155- 156). Κατά την ΠΜΙΙ φάση, συντελέστηκαν οι σπουδαιότερες μεταβολές στον υλικό πολιτισμό αλλά και τις κοινωνικές δομές (Branigan 2002, 33 κ.ε.). Ο πληθυσμός συνέχισε να αυξάνεται, με αργότερο όμως ρυθμό (Watrous 2001, 167). Σε αυτή τη φάση χτίστηκαν και οι περισσότεροι θολωτοί τάφοι ή και επεκτείνονται πολλοί από τους ήδη υπάρχοντες με προσκτίσματα ή δεύτερο τάφο (Sbonias 1999, 28), αντικατοπτρίζοντας πιθανώς οικισμούς που αναπτύσσονταν. Κατά την ύστερη ΠΜΙΙ αυξήθηκαν επίσης εισαγωγές από την ανατολική Μεσόγειο (Nakou 1995, 19). Η ΠΜΙΙΙ περίοδος έχει απασχολήσει έντονα, ακόμα και για την ύπαρξή της (Renfrew 1972, 86). Στο τέλος της φάσης αυτής σημειώθηκαν καταστροφές σε πολλούς οικισμούς ενώ τα στοιχεία για κατοίκηση σε νέες θέσεις είναι περιορισμένα (Watrous 2001, 179). Επιφανειακές έρευνες δείχνουν ότι η ύπαιθρος ερημώθηκε ενώ οι εξωτερικές επαφές αποδυναμώθηκαν. Πρόκειται για πολύ κρίσιμη φάση, καθώς αποτελεί τον προθάλαμο της ανέγερσης των πρώτων ανακτόρων.
Εξωτικές ιδέες και αντικείμενα
Στους προανακτορικούς κυκλικούς τάφους συνοπτικά, ανευρίσκονται αντικείμενα- κτερίσματα- που παραπέμπουν σε επαφές με άλλες περιοχές της ΝΑ Μεσογείου, βάσει ενός ή περισσότερων χαρακτηριστικών της τεχνολογίας, ή της πρώτης ύλης ή της μορφής. Έτοιμα εισαγμένα αντικείμενα που βρέθηκαν σε προανακτορικούς τάφους ήταν ορισμένες σφραγίδες και σκαραβαίοι, ειδώλια, εγχειρίδια και πιθανώς λίθινα εργαλεία. Μετάδοση τεχνογνωσίας διαφαίνεται στη μεταλλουργία, την κοσμηματοποιία, τη σφραγιδογλυφία, την κατασκευή λίθινων αγγείων, την παρασκευή τεχνητών υλικών, όπως η φαγεντιανή και η λευκή πάστα. Διαδεδομένη ήταν η εισαγωγή πρώτων υλών, πρωτίστως μετάλλων, χαλκού, χρυσού, αργύρου και πιθανώς μόλυβδου αλλά και ελεφαντόδοντου, λίθων (4.) και μαρμάρου. Από τις Κυκλάδες εισάγονταν πρώτες ύλες- οψιανός και πολύτιμα μέταλλα(χαλκός, άργυρος)- και έτοιμα αντικείμενα, μαρμάρινα αγγεία και ειδώλια. Επιπλέον, αναγνωρίζονται επιρροές στις τέχνες και τις ταφικές πρακτικές, βάσει μαρμάρινων ειδωλίων, λεπίδων οψιανού και άλλων χαρακτηριστικών αντικειμένων (5.) (Branigan 1985, 60). Οι Κυκλάδες αποτελούσαν κοντινό προορισμό αλλά οι μεταξύ τους επαφές εμπλέκοντο συνάμα στο ευρύτερο δίκτυο επαφών ανά τη Μεσόγειο. Ωστόσο, η πρόσκτηση πρώτων υλών και αντικειμένων θα μπορούσε να γίνεται από τους κάτοικους του νησιού, χωρίς να συνεπάγεται και επαφές με το κυκλαδικό πνεύμα (Carter 1998, 61). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεταλλουργία, που εκτός από την πρώτη ύλη, δεν παρουσιάζει κυκλαδικές επιρροές. 
Το 1920 ο Ξανθουδίδης διέκρινε ομοιότητες με την Αίγυπτο από την αρχιτεκτονική μέχρι τη μεταλλουργία και τη μικροτεχνία (Ξανθουδίδης, 128- 130). Ωστόσο, μεταγενέστεροι συγγραφείς καταλήγουν ότι οι επαφές με την Αίγυπτο κατά την προανακτορική περίοδο τουλάχιστον, ήταν μάλλον περιστασιακές και έμμεσες (Lambrou- Phillipson 1990, 40). Πολλά «αιγυπτιακά» αντικείμενα στην πραγματικότητα ήταν απομιμήσεις, τοπικές ή και εισηγμένες (ό.π., 147; Yule 2000, 167). Στην Κρήτη έφταναν αιγυπτιακά είδη πολυτελείας, λίθινα αγγεία και σκαραβαίοι (Lambrou- Phillipson 1990, 139- 140). Ο αριθμός αιγυπτιακών αντικειμένων στην Κρήτη είναι εφταπλάσιος των μινωικών στην Αίγυπτο. Η δυσκολία πλεύσης απευθείας από την τελευταία προς της πρώτη, ίσως ενίσχυσε τη μονομερή εισαγωγή. Επομένως, υπήρχε προτίμηση για συγκεκριμένα αιγυπτιακά αντικείμενα, πέραν των οποίων οι ανταλλαγές ιδεών ήταν περιορισμένες. Στη σφραγιδογλυφία «αιγυπτιακή έμπνευση» αποτελεί το μοτίβο λιονταριών και άλλων ζώων σε παράταξη, και το ζωομορφικό σχήμα σπάνιων σφραγίδων, όπως ο καθιστός πίθηκος από τον Πλάτανο (εικ.) και το αναπαυόμενο λιοντάρι (Krzyszkowska 2005, 67). Καθώς όμως, παρόμοιες σφραγίδες βρίσκονται και στη Μεσοποταμία και αλλού, πιθανώς ο δρόμος επικοινωνίας με την Αίγυπτο να περνούσε από τα λιμάνια της συροπαλαιστινιακής ακτής. Πιο συχνές και άμεσες φαίνεται να ήταν οι επαφές με τη Συρο- Παλαιστίνη (Hood 2000, 21- 23). Ο αριθμός εισαγμένων έτοιμων αντικειμένων από την περιοχή είναι πολύ μικρότερος, αλλά βαθύτερες επιρροές είναι εμφανείς στη μεταλλουργία, σε έτοιμα αντικείμενα και τεχνικές (Branigan 1966, 126). Η ελεφαντουργία και ορισμένες τεχνικές στην κοσμηματοτεχνία πιθανώς εισήχθησαν από την ίδια περιοχή- η πρώτη ύλη εξάλλου, και ταυτόχρονα ιδέες και πρακτικές, εισάγονταν από τη Συρία είτε ως πρωτογενή πηγή είτε ως διαμετακομιστικό σημείο από τη Μεσοποταμία ή την Αίγυπτο. Υποστηρίζεται ότι κατά τη μεταβατική ΤΝ/ ΠΜΙΑ (βλ. παραπάνω), πληθυσμοί μετανάστευσαν στην Κρήτη από τη Συρο-Παλαιστίνη ή τη νότια Μικρά Ασία (Hood 1990, 157- 158; contra Alexiou et al 2000, 193- 194), φαινόμενο που εντάσσεται στις μετακινήσεις πληθυσμών, επακόλουθες της κατάρρευσης του πολιτισμού της Ουρούκ. Έπειτα, δεύτερο κύμα επιρροών από τη Συρία σημειώθηκε κατά την ΠΜΙΙβ/ΠΜΙΙΙ ενώ ενδιάμεσα υπήρξε ένα στάδιο αφομοίωσης των νέων πολιτισμικών στοιχείων (Branigan 1968β, 18; Nakou 1995, 19). Οι επαφές με τη Μικρά Ασία ήταν περιστασιακές και έμμεσες, κυρίως με βάση ορισμένα στοιχεία στη μεταλλοτεχνία, που παραπέμπουν στην Τροία. Στην πολιτισμική κοινή της ώριμης πρώιμης εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο, στην οποία η Τροία είχε σημαντικό ρόλο, η Κρήτη δε μετείχε ενεργά (6.) (Branigan 1968a, 228; Dickinson 1999, 335). Οι επαφές με τη νότια Μικρά Ασία ήταν επίσης περιορισμένες, παρόλο που βρίσκεται σχετικά κοντά στην Κρήτη (Lambrou- Phillipson 1990, 158). Έχει προταθεί η άφιξη προσφύγων από την περιοχή, όταν γύρω στα 2300 σημειώθηκαν εκτεταμένες καταστροφές (7.) (Hood 1993, 153). Εντούτοις, η φυσική παρουσία πληθυσμών δεν επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά δεδομένα, ούτε από νεκροταφεία ή θέσεις κατοίκησης (Sampson 1993, 161).

Στις απαρχές της μινωικής αρχαιολογίας, με τις ανασκαφές του Evans, καθιερώθηκε μια εικόνα για τον μινωικό πολιτισμό, που παρέπεμπε στα αυτοκρατορικά πρότυπα της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας. Οι υπερπόντιες επαφές περιγράφονταν με όρους του σύγχρονου εμπορίου και κινητήρια δύναμη της δραστηριότητας σε όλη τη Μεσόγειο θεωρούνταν ο αιγαιακός χώρος (Dickinson 1999, 327). Στις μέρες μας, το βάρος έχει μετατοπιστεί στις μεταβολές που οδήγησαν στην εξέλιξη του υλικού πολιτισμού και τις κοινωνικές ομάδες που άρχισαν να διακρίνονται (ή αλλιώς η διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια «θεωρία των ελίτ») (Bardsley 2004; Karytinos 2000; Sbonias 2000; Haggis 1999; Nakou 1995). Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες την 3η χιλιετία ήταν διαφορετικές ανάμεσα στην Κρήτη και την Αίγυπτο και Μεσοποταμία (contra Haggis 1999, 79- 80). Στην πρώτη, ο πληθυσμός ήταν οργανωμένος σε μικρές κώμες όταν στις δεύτερες είχαν διαμορφωθεί οι πρώτες αστικές κοινωνίες. Επρόκειτο για κοινωνία αγροτικού χαρακτήρα, αδιαβάθμητη, αν και φαίνεται ότι άτομα είχαν αρχίσει να διακρίνονται (Branigan 1985, 63- 64; Koutsouflakis 1990, 29). Δυο αντίρροπες τάσεις συνυπήρχαν: συντηρητισμός, χαρακτηριστικό των αγροτικών κοινωνιών, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης και αυτάρκειας, και συνάμα ευρηματικότητα και εξωστρέφεια (Krzyszkowska 2005, 57). Ταυτόχρονα, υπήρχε τυποποίηση και τήρηση των παραδόσεων, όπως φαίνεται και από την ταφική αρχιτεκτονική και τα έθιμα (Bardsley 2005, 22). Εντούτοις η ερμηνεία των κοινωνικο- οικονομικών εξελίξεων που σημειώθηκαν κατά την προανακτορική περίοδο, επηρεάζεται από την ίδια τους την κατάληξη: με δεδομένο την ανάδειξη των ανακτόρων στην αμέσως επόμενη περίοδο, αυτά καθιστούν ταυτόχρονα και επιχείρημα και συμπέρασμα για την ερμηνεία αυτών των κοινωνικών μεταβολών (Wright 2005, 66). Ωστόσο, οι επαφές κατά την προανακτορική υπαγορεύονταν από ανάγκες ενός οικονομικο- κοινωνικού συστήματος, διαφορετικού από της ανακτορικής περιόδου (contra Branigan 1985, 66; Betancourt 1998, 9).
Έτοιμα αντικείμενα και τυπολογικές ομοιότητες αποτελούν ευδιάκριτους, άμεσα αναγνωρίσιμους δείκτες επαφών. Απεναντίας, οι τέχνες και η τεχνολογία απαιτούν βαθύτερη διερεύνηση γιατί η υιοθέτηση μιας άγνωστης τεχνικής προϋποθέτει άμεση επαφή ώστε να μεταδοθούν οι απαιτούμενες γνώσεις. Επιπλέον, η απομίμηση μιας ξένης διακόσμησης προϋποθέτει ότι το πρότυπο ήταν άμεσα γνώριμο στον τεχνίτη και ταυτόχρονα είχε βαρύτητα, για τον ίδιο και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ((Panagiotaki 2000, 1540; Nakou 1995, 15). Η ένδεια σε πρώτες ύλες ίσως οδήγησε στα πρώτα ταξίδια προς τα λιμάνια της Συροπαλαιστίνης και της Αιγύπτου, σε αναζήτηση χαλκού, άργυρου, κασσίτερου, ελεφαντοστού και λίθων, με αντάλλαγμα υφάσματα, μεταλλικά αγγεία, όπλα και κεραμεική (Watrous 1998, 20). Από την άλλη, ταξιδιώτες θα έφταναν στην Κρήτη περιστασιακά αναζητώντας αγαθά και ίσως δώριζαν μικρά αντικείμενα. Προσωπικά αντικείμενα, πρωτόγνωρα για τους ντόπιους, θα αποτέλεσαν πρότυπα προς μίμηση: όπλα, κοσμήματα και περίτεχνες σφραγίδες. Η εξέλιξη του προανακτορικού πολιτισμού και της κοινωνίας δεν ήταν γραμμική. Σημαντικά άλματα πολλές φορές σημειώθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα (Branigan 1985, 65). Υπήρξαν επεισόδια εντατικοποίησης των επαφών (ΠΜΙΙ φάση) και ύφεσης (ΠΜΙΙΙ φάση). Η ένταση των επαφών δεν ήταν απόλυτη συνάρτηση της απόστασης: οι επαφές ήταν πιο συχνές με τις Κυκλάδες από την ηπειρωτική χώρα, συχνότερες με τη Συροπαλαιστίνη παρά με την Αίγυπτο ή τη Μικρά Ασία. Σε αυτό θα συνέβαλλε και ο παράγοντας της συνειδητής επιλογής, της προτίμησης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της μεταλλοτεχνίας: η πρώτη ύλη εξασφαλιζόταν από τις Κυκλάδες, η τυπολογία ήταν κατεξοχήν ντόπια (τριγωνικά εγχειρίδια) ενώ άλλοτε επικρατούν επιρροές από τη Συρία. Ενώ η εισαγωγή χαλκού ήταν διαδεδομένη, τα χάλκινα τέχνεργα είχαν πολύ περιορισμένη κυκλοφορία (Nakou 1995, 19). Επίσης, η χρήση ελεφαντοστού και λίθινων αιγυπτιακών αγγείων δεν είχε διάδοση πέρα από την Κρήτη (Dickinson 1999, 335). Τα κυκλαδικά ειδώλια και αγγεία ήταν πολύ δημοφιλή σε αντίθεση με την κεραμεική.
Συμπεράσματα
Στα παραπάνω διερευνήθηκαν οι υλικές μαρτυρίες, οι διαφορετικές κατευθύνσεις και ο χαρακτήρας των επαφών. Επιστρέφοντας στο σημείο εκκίνησης, τους τάφους, μας ενδιαφέρει τελικά η αιτία για όλα τα παραπάνω. Από τους τάφους της Μεσαράς προέρχεται ένα από τα μεγαλύτερα σύνολα ταφικών δεδομένων της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού στο Αιγαίο (Nakou 1995, 19). Για ποιο λόγο, σε μια αγροτική κοινωνία απέθεταν εξωτικά αντικείμενα στους τάφους; Ποιά η θέση εκείνων των ατόμων που είχαν πρόσβαση σε σπάνιες πρώτες ύλες και ειδικευμένους τεχνίτες; Ποιά η ανάγκη εισαγωγής ή απομίμησης μεμονωμένων στοιχείων σε έναν πολιτισμό που διατήρησε την πεμπτουσία του σε όλη την Εποχή του Χαλκού; Τα εξωτικά αντικείμενα εμπίπτουν σε λίγες κατηγορίες, παρατηρείται τυποποίηση και ομοιογένεια. Ίσως αυτές οφείλονται στον εσκεμμένο περιορισμό αντικειμένων με συμβολική αξία, σε ορισμένα μέλη του κοινωνικού συνόλου, που έτσι όχι μόνο εισήγαγαν αντικείμενα, αλλά και εφηύραν μηχανισμούς ατομικής ανάδειξης (8.) (ό.π., 19; Karytinos 2000, 132). Στους τάφους στη βόρεια πλευρά της Μεσαράς ιδιαίτερα υπήρχαν πλουσιότερα και περισσότερα εξωτικά αντικείμενα, ενδείξεις για την ύπαρξη εξειδικευμένων τεχνιτών και συγκέντρωση πλούτου (Branigan 1993, 112). Εντούτοις, παραμένει ασαφής ο βαθμός στον οποίο το κοινωνικό γόητρο αποτελούσε κίνητρο δαπάνης (Dickinson 1999, 329). Η εξέταση των επαφών της προανακτορικής κοινωνίας ανέδειξε ότι αυτή δεν ήταν απλοϊκή και αδιαφοροποίητη, παραμένοντας ωστόσο κατά βάση μια αγροτική κοινωνία. Η ύπαρξη εξεχουσών κοινωνικών ομάδων είναι αναμφισβήτητη, όπως αναμφισβήτητη είναι η σημασία των υπερπόντιων επαφών στην ανέλιξη αυτών. Εντούτοις, οι επιπτώσεις αυτής της διαδικασίας, οι κοινωνικές αποστάσεις που θα δημιουργήθηκαν δεν είναι αυταπόδεικτες και δε θα έπρεπε να επιβαρύνονται με σημασιολογικά φορτία δανεισμένα από τη σύγχρονη κοινωνία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1.) Ο όρος χρησιμοποιείται συμβατικά, καθώς δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των συγγραφέων για τον τρόπο στέγασής τους. Άλλος όρος που ανταποκρίνεται αυστηρά στην εικόνα των ως τώρα δεδομένων είναι ο όρος κυκλικός τάφος, δηλαδή τάφος κυκλικής κάτοψης. Ο όρος αυτός είναι δόκιμος και για έναν επιπλέον λόγο, τη διάκριση με τους μεταγενέστερους θολωτούς τάφους της Μυκηναϊκής περιόδου. Στους τελευταίους μπορεί να γίνει πραγματικά λόγος για ύπαρξη θόλου, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη αψίδας και εκφορική δόμηση (Branigan 1993, 40- 41).
(2.) Το 1924 ο Ξανθουδίδης έγραφε: «...έδωσα έμφαση στις αναλογίες μεταξύ των καλλιτεχνικών προϊόντων των μινωιτών της Μεσαράς και εκείνων άλλων σύγχρονων ή αρχαιότερων πολιτισμών, ειδικά των Αιγύπτιων. Ωστόσο, αν και παραδεχόμαστε ότι οι Κρήτες μαθήτευσαν στην Αίγυπτο και έμαθαν να αντιγράφουν τις τέχνες των κατοίκων του Νείλου...» (Ξανθουδίδης, 134).
(3.) Μας πληροφορούν για την ύπαρξη μεγάλων ιδιόκτητων εκτάσεων, την οργάνωση του στρατού και του εργατικού δυναμικού. Μέχρι τα 2500 πΧ πολλές πόλεις στη Συρία και τη βόρεια Μεσοποταμία αναδεικνύονται σε μεγάλα κέντρα (ό.π., 40- 41).
(4.) Λόγω έλλειψης σχετικών ερευνών, παραδοσιακές απόψεις βασίζονταν στην απουσία λίθων, όπως ορεία κρύσταλλος, ίασπης, κ.ά. στην Κρήτη (Lambrou- Phillipson 1990, 147- 148; Yule 2000, 173). Είναι πολύ πιθανό όμως να υπήρχαν, στις μικρές ποσότητες, απαραίτητες για τη μικροτεχνία. Οι λίθοι που χρησιμοποιήθηκαν στις ΠΜ σφραγίδες, είναι μάλλον τοπικής προέλευσης, χαμηλότερης ποιότητας από εκείνους της Υστερομινωικής περιόδου, που ήταν πράγματι εισαγμένοι.
(5.) Στους ΠΚ τάφους οι παλέττες, οι λεπίδες, οι χάλκινες τριχολαβίδες και κοπείς, έχουν σχετιστεί με τελετουργίες καλλωπισμού. Εντούτοις, σε κανένα ΠΜ τάφο δεν έχουν βρεθεί χρωστικές ουσίες.
(6.) Αυτό δείχνει η απουσία χαρακτηριστικών στοιχείων όπως της «σαλτσιέρας» στην κεραμεική και οχυρωτικών κατασκευών στην αρχιτεκτονική.
(7.) Γύρω στα 2200 εκτεταμένες καταστροφές σημειώθηκαν στο Kultepe, την Ταρσό, Έμπλα, Ugarit και Βύβλο (Watrous 2005, 113). Η εμπορική κινητικότητα στη ΝΑ Μεσόγειο φαίνεται να ανακόπηκε.
(8.) Μεταβολές στην κοινωνική συνοχή δείχνει και η εμφάνιση λαρνάκων και πίθων στους τάφους κατά την ΠΜΙΙΙ/ΜΜΙΑ (Bardsley 2005, 21; Branigan 1993, 66).


Πηγή κειμένου και εικόνων


Αναδημοσίευση και επιμέλεια: Philomαtheia 10 Μαΐου 2020
Το αυθεντικό κείμενο υπέστη μικρές τροποποιήσεις σε συντακτικό και μορφολογικό επίπεδο, οι οποίες δεν έχουν επηρεάσει το περιεχόμενο, την σημασιολογία και το ύφος του. Για το αυθεντικό κείμενο ανατρέξτε στην συνημμένη πηγή.

Σχόλια