Το γονιδίωμα και η γλώσσα: βίοι παράλληλοι

του Σ. Αντωναράκη* και Γ. Μπαμινιώτη**
Από τότε που πρωτοδιαβάστηκε το γονιδίωμα αναφοράς του ανθρώπου στις αρχές του αιώνα μας, οι περισσότεροι γενετιστές χρησιμοποιούν την αναλογία με τη γλώσσα για να εξηγήσουν το γονιδίωμα στο μη μυημένο ακροατήριο. Λέγονται, κατά κανόνα, τα εξής: το γονιδίωμα είναι ένα τεράστιο αλλά πεπερασμένο κείμενο βιολογικής πληροφορίας, γραμμένο με τέσσερα μόνο γράμματα: A, C, G και T. Το σύνολο του κειμένου αυτού στον άνθρωπο είναι περίπου 6,4 δισ. γράμματα· τα μισά προέρχονται από τον πατέρα και τα άλλα μισά από τη μητέρα. Εχουμε δηλαδή δύο αντίγραφα του γονιδιώματος σε κάθε ένα από τα κύτταρά μας. Το γονιδίωμα είναι χωρισμένο σε 23 ζεύγη βιβλίων που τα λέμε χρωμοσώματα. Είναι φανερό πως η σύγκριση του γονιδιώματος με τον γραπτό λόγο ταιριάζει άριστα και βοηθάει στην κατανόησή του. Ομως η αναλογία δεν σταματά εδώ. Η φύση του γονιδιώματος έχει και άλλες πολλές και θαυμαστές ομοιότητες με τον γραπτό και προφορικό λόγο. Η γλώσσα δηλαδή και το γονιδίωμα έχουν «βίους παράλληλους». Στη συνέχεια θα εξηγήσουμε μερικές από αυτές τις ομοιότητες. 

Το γονιδίωμα αντιγράφεται κάθε φορά που δημιουργείται ένα θυγατρικό κύτταρο. Η αντιγραφή αυτή είναι εξαιρετικά ακριβής και η πιθανότητα λάθους είναι περίπου ένα σε εκατό εκατομμύρια γράμματα. Ετσι κάθε αντίγραφο περιέχει ένα ποσό λαθών που τα λέμε μεταλλαγές. Το ίδιο συμβαίνει και με τα γραπτά κείμενα. Οταν αντιγράφουμε κάνουμε κι εμείς λάθη, έτσι κάθε νέο αντίγραφο ενός εκτενούς κειμένου δεν είναι πανομοιότυπο με το αρχικό. 

Το γονιδίωμα εξελίσσεται. Αν συγκρίνουμε το γονιδίωμα του ανθρώπου με αυτό του ποντικού, για παράδειγμα, θα δούμε εκτεταμένες ομοιότητες των δύο αυτών γονιδιωμάτων κυρίως στις περιοχές των γονιδίων. Αυτό συμβαίνει γιατί ο άνθρωπος και ο ποντικός είχαν έναν κοινό πρόγονο περίπου 70 εκατ. χρόνια πριν. Κάτι ανάλογο παρατηρούμε και στη γλώσσα. Εάν συγκρίνουμε τα Γαλλικά με τα Ισπανικά, θα δούμε πως έχουν πολλές ομοιότητες στο λεξιλόγιο και τη δομή τους και έτσι οι γλωσσολόγοι δέχονται πως οι δύο αυτές γλώσσες έχουν έναν κοινό πρόγονο, τη δημώδη Λατινική (η Γαλλική διαμορφώθηκε πλήρως τον 9ο-10ο αιώνα, η δε Ισπανική τον 11ο αιώνα). Με τον τρόπο αυτό, όπως ισχύει και με τα γονιδιώματα, μπορούμε να συγκροτήσουμε εξελικτικά δέντρα των γλωσσών, τα οποία περιλαμβάνουν την πλειονότητα των σημερινών γλωσσών. 

Στο γονιδίωμα υπάρχουν γονίδια ή άλλες λειτουργικές περιοχές που «γεννιούνται» (με μεταλλαγές ή αναδιάρθρωση μιας περιοχής ή με άλλους μηχανισμούς), επιζούν εάν επιτελούν μια σαφή λειτουργία και πεθαίνουν εάν μεταλλαγούν εκτεταμένα ή περιπέσουν σε αχρηστία γιατί έχουν αντικατασταθεί από άλλα τμήματα του γονιδιώματος. Και στη γλώσσα νέες λέξεις γεννιούνται από την ανάγκη να εκφραστούν νέες έννοιες ή νέα αντικείμενα ή νέες πράξεις. Οι νέες αυτές λέξεις έχουν κι αυτές μια διάρκεια ζωής και μπορεί άλλες να «πεθάνουν» (να παύσουν δηλαδή να χρησιμοποιούνται, γιατί δεν πληρούν επικοινωνιακές ανάγκες ή γιατί αντικαταστάθηκαν) και άλλες να επιζήσουν. 

Το γονιδίωμα είναι ποικιλόμορφο, δηλαδή ένα κάθε χίλια γράμματα διαφέρει από έναν άνθρωπο στον άλλον. Επίσης μικρά ή μεγάλα τμήματα του κειμένου (παράγραφοι ή κεφαλαία – προφανής πάλι η αναλογία με τη γλώσσα) διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το κάθε άτομο να έχει το δικό του «ιδιωτικό», μοναδικό γονιδίωμα! Και στη γλώσσα όμως ισχύει κάτι ανάλογο. Υπάρχει τεράστια ποικιλία μέσα στην ίδια γλώσσα: διάλεκτοι, ιδιώματα, κοινόλεκτοι, ιδιόλεκτοι. Επιπρόσθετα, οι επιλογές που επιτρέπει η γλώσσα σε όλα τα επίπεδα (λεξιλογικό, φωνητικό, γραμματικό, συντακτικό) κάνει ώστε κάθε άτομο να επιλέγει τα στοιχεία που χρησιμοποιεί στον λόγο του, οι δε επιλογές του αυτές συνιστούν το λεγόμενο γλωσσικό «ύφος» καθενός μας. (Ενίοτε μάλιστα χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις που έχει πλάσει το ίδιο το άτομο στα παιδικά του χρόνια, στα παιχνίδια και στις συναναστροφές του, νεολογισμούς που μπορεί να είναι κατανοητοί μόνο από το συγκεκριμένο άτομο ή την παρέα του.) Θα μπορούσαμε, τελικά, να πούμε ότι κάθε ομιλητής έχει τη δική του «προσωπική γλώσσα», την ιδιόλεκτό του. 

Το γονιδίωμα (μέσω των χαρακτηριστικών που προκαλεί) προσαρμόζεται εξελικτικά στο περιβάλλον του. Αυτό σημαίνει πως οι μεταλλαγές επιζούν ή εξαφανίζονται ανάλογα με τη χρησιμότητά τους στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ή εντελώς από τύχη. Ο Δαρβίνος κατάλαβε πως δεν επιζεί ο πιο δυνατός ή ο πιο έξυπνος, αλλά ο πιο ευπροσάρμοστος. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη γλώσσα. Οι λέξεις και οι ποικίλες δομές της γλώσσας αλλάζουν ανάλογα με το περιβάλλον και μάλιστα χωρίς να έχουν συνείδηση οι ομιλητές. Μπορούμε δηλαδή να ισχυριστούμε ότι και η γλώσσα αλλάζει ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί εκάστοτε η επικοινωνία των μελών μιας γλωσσικής κοινότητας. 

Το γονιδίωμα υφίσταται χημικές μεταβολές που τις ονομάζουμε συλλήβδην επιγενετικές. Αυτές μπορούν να αλλάξουν την έκφραση, δηλαδή τη λειτουργία του γονιδιώματος σε διαφορά κύτταρα ή ιστούς του σώματος. Και η γλώσσα όμως υπό την επίδραση της παιδείας, της λογοτεχνίας, της τεχνολογίας ή άλλων πολιτισμικών παραγόντων διαφοροποιείται ανάλογα με την περίσταση. Η ομιλία του ατόμου λειτουργεί διαφορετικά (λεξιλογικά, γραμματικά, συντακτικά) σε διαφορετικές επικοινωνιακές περιστάσεις· αλλιώς θα μιλήσει ή θα γράψει κάποιος όταν απευθύνεται σε φίλο ή στο δικαστήριο ή στο ακροατήριο μιας διάλεξης ή σε μια παρέα στον χώρο εργασίας.

Το γονιδίωμα έχει ρυθμιστικές περιοχές που διαφοροποιούν την έκφραση των γονιδίων. Με τον όρο «έκφραση των γονιδίων» εννοούμε τη χρονική, ποιοτική και ποσοτική λειτουργία των γονιδίων (πότε, πού, πόσο, τι είδος). Αν παρομοιάσουμε τα γονίδια με τα ρήματα λ.χ. της γλώσσας, κι αυτά εξειδικεύονται χρονικά, τοπικά, ποσοτικά, ποιοτικά όπως τα γονίδια. Ομοίως εξειδικεύονται και τα ουσιαστικά στη γλώσσα, με διάφορες ιδιότητες, χαρακτηριστικά και ταξινομήσεις που επιτελούνται από τα επίθετα, τις επιθετικές αντωνυμίες ή τις εμπρόθετες φράσεις.

Το γονιδίωμα χρησιμοποιεί δομικές μονάδες που κωδικοποιούν μια λειτουργία (όπως ένα ψαλίδι που κόβει ή ένα χέρι που φορτώνει) και τις συνδυάζει με άλλες δομικές μονάδες για μια ποικιλία εντολών/εργασιών που είναι διαφορετικές μεταξύ τους. Και η γλώσσα επίσης χρησιμοποιεί συνδυαστικά διάφορες γλωσσικές μονάδες (φθόγγους, συλλαβές, λέξεις, φράσεις) για να σχηματίσει ποικίλες γλωσσικές δομές: φθόγγους για να σχηματίσει συλλαβές, συλλαβές για να σχηματίσει λέξεις, λέξεις για φράσεις και προτάσεις, προτάσεις για να σχηματίσει προτασιακές ενότητες και αυτές για να απαρτίσει κείμενο.

Τελικά, είναι εντυπωσιακό πώς η γλώσσα και κυρίως το γραπτό κείμενο μοιάζει με το γονιδίωμα. Πολλά προγράμματα υπολογιστών για τη μελέτη και ανάλυση του γονιδιώματος έχουν επίσης εφαρμογή και στην ανάλυση γραπτών κειμένων (το λεγόμενο «parsing» από το «partes orationis» που είναι τα «μέρη του λόγου»). Και χωρίς υπερβολή, η κατανόηση του γονιδιώματος από τον ανθρώπινο εγκέφαλο εν πολλοίς διευκολύνεται από τη γλώσσα.

Ποια είναι λοιπόν η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο γονιδίωμα και στη γλώσσα; Η γλώσσα, πέρα από ορισμένες γενικές γλωσσικές καταβολές είναι ένα περιβαλλοντικό εξελικτικό δημιούργημα που διδάσκεται και μπορεί ακόμη και να εκλείψει μια φυσική γλώσσα αν (για οποιονδήποτε λόγο) εκλείψουν αυτοί που τη μιλούν. Ιστορικά έχουν εκλείψει μερικές χιλιάδες γλώσσες! Απεναντίας το γονιδίωμα είναι ουσιώδες συστατικό της ανθρώπινης φύσης μας και θα εξαφανιστεί όταν εξαφανιστεί το είδος του Homo Sapiens. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε: χωρίς γλώσσα θα ήταν δυνατόν να ανακαλύψουμε, να διαβάσουμε και να καταλάβουμε το γονιδίωμά μας; Και, εντέλει, χωρίς γλώσσα είναι δυνατόν να σας δώσουμε να καταλάβετε τι είναι αυτό το γονιδίωμα και ποια η σημασία του στην υγεία και στην αρρώστια;

 

* Ο κ. Στυλιανός Αντωναράκης είναι ομότιμος καθηγητής Γενετικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, μέλος της Ελβετικής Ακαδημίας Επιστημών, πρώην πρόεδρος του διεθνούς οργανισμού Ανθρωπίνου Γονιδιώματος (HUGO)

** Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή

Philomαtheia 09 Φεβρουαρίου 2021

Σχόλια