Αλλαγές στην ύλη των αρχαίων ελληνικών (10/11/21) | Κριτικός σχολιασμός


Τα σχόλια επί του κειμένου έχουν φιλολογική, γλωσσολογική και παιδαγωγική χροιά, και
ουδεμία σχέση έχουν με πολιτικές κατευθύνσεις. 
Σημειώνονται με πλάγια γραφή (για το πρωτότυπο κείμενο ανατρέξτε στη συνημμένη πηγή). 

❃❃❃

«Τρωάδες» ή «Άλκηστις» του Ευριπίδη θα διδάσκονται πλέον οι μαθητές στο γυμνάσιο αντί της «Ελένης» του ιδίου τραγικού. Τα ομηρικά έπη θα διδάσκονται ολόκληρα, ενώ παράλληλα αλλάζουν οι μέθοδοι διδασκαλίας και μειώνεται η ύλη του μαθήματος. Πρόκειται για βασικές αλλαγές που αποτυπώνουν τη φιλοσοφία των νέων προγραμμάτων σπουδών (Π.Σ.) των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο, που παρουσιάζει η «Κ». Τα Π.Σ. εντάσσονται στον σχεδιασμό που έχει ήδη εξαγγείλει το υπουργείο Παιδείας για συνολικά 166 νέα προγράμματα σπουδών, που θα εφαρμοστούν από το 2022-2023.

Ειδικότερα, μιλώντας στην «Κ» η κ. Μαρία-Ζωή Φουντοπούλου, καθηγήτρια Μεθοδολογίας της Διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στο Παν. Αθηνών και επόπτρια του έργου στο Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής για το νέο πρόγραμμα σπουδών των Αρχαίων στο γυμνάσιο, ανέφερε ότι οι καινοτομίες του εντοπίζονται στα εξής:

— Γίνεται επιπλέον εξορθολογισμός και μείωση της διδακτέας ύλης, εφόσον θα διανέμονται πλέον έξι σχολικά βιβλία (2 σε κάθε τάξη του γυμνασίου) αντί των εννέα (τρία σε κάθε τάξη του γυμνασίου), τα οποία διανέμονταν χωρίς, μάλιστα, να διδάσκονται πολλές φορές.
Ωστόσο, από την στιγμή που τα τρία επιπλέον σχολικά βιβλία δεν διδάσκονταν στις περισσότερες περιπτώσεις (πολλοί μαθητές δεν είχε χρειαστεί να τα κατεβάσουν από το ράφι του γραφείου τους) σημαίνει ότι δεν μιλάμε για ουσιαστική μείωση της ύλης, καθώς η τελευταία μειώνεται μόνο τύποις. Τα βιβλία που αποσύρθηκαν απλώς επιβεβαίωσαν τη μη χρήση τους, κάτι που είναι θετικό, εφόσον δεν σπαταλώνται πόροι για μια εικονική ύλη που σπανίως επιτυγχάνεται. Η μέχρι στιγμής απόρριψη ενός σημαντικού, από άποψη περιεχομένου, μέρους της ύλης ωθεί στην υποσυνείδητη υποτίμηση του περιεχομένου της από τους μαθητές, αφού τόσο εύκολα παραγκωνίζεται από τους ίδιους τους διδάσκοντες, με την ανοχή του εκπαιδευτικού συστήματος. 

— Αλλάζουν τα προς διδασκαλία κείμενα στα τέσσερα από τα έξι βιβλία και αναθεωρούνται οι προς διδασκαλία ραψωδίες των ομηρικών επών στις Α΄ και Β΄ Γυμνασίου. Συγκεκριμένα, στις Α΄ και Β΄ Γυμνασίου υιοθετείται Ανθολόγιο αρχαιοελληνικών κειμένων σε πρωτότυπη γλωσσική μορφή, διαφορετικών από τα σημερινά, δομημένο σε θεματικά κέντρα, οικεία στα παιδιά της ηλικιακής ομάδας 12-14. Η επαφή των μαθητών με πραγματικά γλωσσικά δεδομένα της ομηρικής ελληνικής είναι εξαιρετικά σημαντική, αφενός γιατί η πλαστή γλώσσα που χρησιμοποιούνταν μέχρι τώρα συσκότιζε την αντίληψη των μαθητών σχετικά με την ποικιλία της ελληνικής γλώσσας, και αφετέρου γιατί δημιουργούσε ψευδείς εικόνες για το ίδιο το γλωσσικό σύστημα (σχεδόν το σύνολο των μαθητών δεν έχουν συνειδητοποιήσει οτι η γλώσσα στην οποία διδάχτηκαν τα ομηρικά έπη δεν είναι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν από τον Όμηρο). Στις ίδιες τάξεις, θα διανέμονται ολόκληρα τα ομηρικά έπη (η Οδύσσεια στην Α΄ και η Ιλιάδα στη Β΄ Γυμνασίου), ώστε να μη χάνεται η ολότητα, και θα διδάσκονται χωρίς χάσματα περιεχομένου, άλλοτε περιληπτικά και άλλοτε όχι, όλες οι ραψωδίες. Η αποσπασματική ενασχόληση με οποιοδήποτε έργο, αρχαίο ή νεοελληνικό, ήταν ανέκαθεν ο πιο αναποτελεσματικός τρόπος προσέγγισης ενός κειμένου, με παταγώδη αποτυχία στα μαθησιακά και εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Ο μόνος τρόπος να διδαχθεί ένα κείμενο είναι να εξεταστεί ως σύνολο, με έμφαση προφανώς σε ιδιαίτερα σημεία, ανάλογα με την ηλικία και τους μαθησιακούς στόχους των αναγνωστών/μαθητών. Μόνο αν τα ομηρικά έπη διδαχθούν ενιαία θα μπορέσουν οι μαθητές να αντλήσουν τα μέγιστα, διαδικασία με αποδεδειγμένα θετικά αποτελέσματα. Το Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ) φαίνεται να ακολουθεί το πρότυπο των Πανεπιστημιακών Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΠΣ) που επίσης αντιμετωπίζει τα κείμενα ως ολότητες. Το ΠΣ του Γυμνασίου «ανεβαίνει επίπεδο»Οι επιλεχθείσες αποδόσεις των επών στη νέα ελληνική τροποποιούνται συγκριτικά με τις ισχύουσες. Στη Γ΄ Γυμνασίου εισάγεται για πρώτη φορά ο «Αλέξανδρος» του Πλουτάρχου, ένα πλήρες αρχαιοελληνικό κείμενο σε πρωτότυπη γλωσσική μορφή, βιογραφικού περιεχομένου. Στην ίδια τάξη θα επιλέγεται από τον φιλόλογο για διδασκαλία είτε η «Αλκηστις» είτε οι «Τρωάδες». Η πρωτοφανής εισαγωγή των τριών αυτών έργων αποτελεί επανάσταση στην ανδροκρατούμενη και πολεμοχαρή διάσταση που ως ώρας επιλέγεται για την ύλη της  δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ο Αλέξανδρος του Πλουτάρχου φανερώνει πτυχές της ανθρώπινης ζωής που ο μέσος αναγνώστης/μαθητής δεν είχε ποτέ φανταστεί, και οι τραγωδίες του Ευρυπίδη αποκαλύπτουν με τον δέοντα τρόπο το μεγαλείο της γυναικείας φύσης, είτε στο επίπεδο της θυσίας για τον έρωτα, είτε στον αγώνα για επιβίωση μετά την λεηλάτηση της πόλης. Η γυναίκα ήταν πλάσμα για χάρη του οποίου έχουν γραφθεί εκατοντάδες έργα στην αρχαιότητα, κανένα εκ των οποίων, σκόπιμα, δεν διδάσκεται στα σχολεία. Τουλάχιστον μέχρι τώρα.

— Το πρόγραμμα σπουδών αναπτύσσεται παράλληλα με το Π.Σ. της Νέας Ελληνικής, ώστε να αναδεικνύεται ο ενιαίος χαρακτήρας της γλώσσας μας. Η μέχρι τώρα αποκάλυψη -με το σταγονόμετρο!-  ελάχιστων πτυχών της ελληνικής γλώσσας παρεμπόδιζε την συνειδητοποίηση της συνέχειάς της στο χρόνο. Είναι σημαντικό  να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην ενότητα της ελληνικής γλώσσας, από την ομηρική ελληνική μέχρι τη δημοτική του σήμερα. 

— Υιοθετείται η κοινή διδακτική προσέγγιση των κειμένων είτε σε πρωτότυπη γλωσσική μορφή είτε σε νεοελληνική απόδοση, ώστε το μάθημα να μη θεωρείται ως διακρινόμενο σε δύο επιμέρους τομείς: πρωτότυπο και νεοελληνική απόδοση. Με αυτό τον τρόπο ο μαθητής θα μπορεί να αντιμετωπίζει το έργο στην ουσία του, άσχετα από την γλώσσα (αρχαία ή νέα ελληνική) με την οποία το προσεγγίζει. Στόχος άλλωστε στη μελέτη αρχαίων κειμένων στο επίπεδο της δευτεροβάθμιας δεν θα έπρεπε να είναι ο γλωσσικός σχολιασμός και μόνο, αλλά οι έννοιες, οι ιδέες, οι αξίες και οι πληροφορίες που αυτό μεταδίδει, παράλληλα με την ψυχική και πνευματική τέρψη.

— Υιοθετούνται τεχνικές ποιοτικής αξιολόγησης, έναντι της ποσοτικής, όπως οι ρουμπρίκες, η διόρθωση λανθασμένων απαντήσεων, οι εννοιολογικοί χάρτες. Μια λεπτομερής παρουσίαση αυτής της «ποιοτικής αξιολόγησης» είναι αναγκαία για περαιτέρω σχολιασμό. Ωστόσο το να πάψει η διόρθωση ως μέσον εκμάθησης (ή μάλλον, επιβολής χωρίς αιτιότητα) είναι κάτι ευκταίο, και έχει αποτελέσει αντικείμενο σκληρών αγώνων ορισμένης μερίδας επιστημόνων, ιδιαίτερα του κλάδου της Γλωσσολογίας. Από γλωσσολογικής και παιδαγωγικής σκοπιάς, η απλή διόρθωση ενός λάθους είναι καταστρεπτική τόσο για τη ψυχολογία του μαθητή, όσο και για τα επιδιωκόμενα μαθησιακά αποτελέσματα· κάνει, κοινώς, “μια τρύπα στο νερό”. 

Σύμφωνα με την κ. Φουντοπούλου, «μαθητές και καθηγητές συχνά εγκλωβίζονται σε τυποποιημένες μεθόδους διδασκαλίας, στη θεώρηση της αρχαίας ελληνικής ως ξένης γλώσσας, στην αμφισβήτηση της προσφοράς του μαθήματος, στην αδυναμία να πεισθούν και να πείσουν, αντίστοιχα, για τη διατήρηση του μαθήματος ως αυτόνομου και όχι ως τμήματος κάποιου άλλου, όπως η λογοτεχνία ή/και η γλώσσα. Ωστόσο, είναι φανερό ότι ένα ΠΣ και μια ανανεωμένη, πρωτοπόρα και εξορθολογισμένη διδακτέα ύλη δεν αρκούν για να μπορέσει ο μαθητής να αντιληφθεί το μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, του σεβασμού σε όλα τα στάδια της γλώσσας (προ-ομηρική, ομηρική, αρχαία, ελληνιστική, πρώιμη & ύστερη μεσαιωνική, νέα) και τον δέοντα θαυμασμό και σεβασμό στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Όλα ξεκινούν στο σπίτι, συμπληρώνονται στο σχολείο και τελειοποιούνται στην ψυχή του κάθε μαθητή. 

Αυτή την προβληματική έρχεται το νέο Π.Σ. του μαθήματος στο γυμνάσιο να διαχειριστεί και να επιλύσει ώς ένα βαθμό, χαράσσοντας σαφείς κατευθύνσεις προς την ανάγκη έναρξης της μελέτης της αρχαίας ελληνικής από τη νέα ελληνική, προς τον απεγκλωβισμό από τη μελέτη της γραμματικής και του συντακτικού ως ζητούμενων και όχι ως μέσων έκφρασης του νοήματος, προς την επικαιροποίηση των μεθόδων διδασκαλίας και μάθησης και προς την παροχή “καθοδηγούμενης αυτενέργειας” στον εκπαιδευτικό που καλείται όχι να εφαρμόσει αλλά να επιλέξει, να προσαρμόσει, να αποτιμήσει, να τροποποιήσει, να αναλάβει πρωτοβουλίες (δεν ελπίζουμε να μπορεί, απαιτούμε να μπορεί) και όχι να υιοθετήσει προκατασκευασμένα και, ίσως (;), παρωχημένα, μοντέλα διδασκαλίας και μάθησης». Ας μην ξεχνάμε, ο μαθητής του Γυμνασίου είναι ένα παιδί. Ένα παιδί που μετατρέπεται απότομα σε έναν νέο και ελπιδοφόρο άνθρωπο, πάνω στον οποίο στηρίζεται η κοινωνία ολόκληρη. Οι απαιτήσεις που πρέπει να έχουμε είναι πρωτίστως από τους καθηγητές, με την τιτανομέγιστη ευθύνη και (αν υπάρχει) προσφορά τους και από τους γονείς/κηδεμόνες, και δευτερευόντως από τους μαθητές. Ας αποτελέσουν οι αλλαγές αυτές εναρκτήριο άξονα επί του οποίου θα δομηθεί η παιδεία που χρόνια ονειρευόμαστε, και κανείς ποτέ δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθεί. Πλέον υπάρχει ο τρόπος, μένει μόνο η θέληση.

❃❃❃


Από τον δημιουργό blende12 του Pixabay

❃❃❃

Philomαtheia 17 Νοεμβρίου 2021

Σχόλια