Μια κοινωνιογλωσσολογική ματιά στους θηλυκούς επαγγελματικούς τύπους
(χρόνος ανάγνωσης: 14 λεπτά)
❃❃❃
Τα τελευταία χρόνια, η σχέση ανάμεσα στο
γραμματικό γένος και την ισότητα των φύλων βρίσκεται στο επίκεντρο τόσο της
γλωσσολογικής έρευνας όσο και του δημόσιου διαλόγου —και όχι άδικα. Στο επίκεντρο αυτής της
συζήτησης βρίσκεται κυρίως η χρήση του αρσενικού γένους για την αναφορά σε
γυναίκες (π.χ. η γιατρός, η βουλευτής), μια πρακτική που, σύμφωνα με πολλές
σύγχρονες προσεγγίσεις, περιορίζει τη γραμματική ορατότητα του θηλυκού γένους
και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους
κοινωνικούς ρόλους.
Παρότι το ζήτημα συχνά παρουσιάζεται ως μια απλή
διαφωνία γύρω από τη γλώσσα, στην πραγματικότητα αγγίζει ευρύτερα ερωτήματα που
αφορούν τη σχέση γλώσσας, κοινωνίας και ιδεολογίας. Οι απόψεις που έχουν
διατυπωθεί εκτείνονται από την πλήρη υπεράσπιση του παραδοσιακού γραμματικού
συστήματος, μέχρι και προτάσεις για ριζική αναμόρφωσή του, κάτι που καθιστά
αναγκαία μια συστηματική —κατά το δυνατό— παρουσίαση των διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων.
 |
| Σελίδα σύγχρονου γαλλικού λεξικού, όπου καταγράφονται τόσο ο αρσενικός (avocat) όσο και ο θηλυκός (avocate) επαγγελματικός τύπος για τον επάγγελμα του/της δικηγόρου/ης. | Από τον/τη δημιουργό/ή του Pixabay CQF-avocat |
Το άρθρο αυτό αποτελεί μια απόπειρα χαρτογράφησης του σύγχρονου γλωσσολογικού προβληματισμού γύρω από το γραμματικό γένος· ένα ζήτημα φλέγον και, αν μη τι άλλο, ανοιχτό σε διάλογο. Αρχικά, παρουσιάζονται οι βασικές θεωρητικές θέσεις που έχουν διαμορφωθεί γύρω από το
ζήτημα, ενώ στη συνέχεια εξετάζεται η έννοια του γραμματικού γένους και η
σύνδεσή του με την πρωτοτυπικότητα και την κοινωνική σημασιοδότηση των εκάστοτε γλωσσικών τύπων. Τέλος, μέσα από το παράδειγμα των θηλυκών επαγγελματικών
τύπων, διερευνώνται οι λόγοι για τους οποίους η χρήση τους εξακολουθεί να
ξενίζει πολλούς ομιλητές και ομιλήτριες, αλλά και οι μηχανισμοί που συντηρούν αυτή την, περισσότερο ή λιγότερο, πηγαία αντίδραση.
Επικρατέστερες απόψεις[1–3]
Σύμφωνα με την παραδοσιακή γραμματική προσέγγιση,
το γραμματικό γένος αποτελεί μορφοσυντακτική κατηγορία και δεν ταυτίζεται κατ’
ανάγκην με το φυσικό φύλο των αναφερόμενων προσώπων, όπως συμβαίνει στις
περισσότερες γλώσσες. Επομένως, πολλοί και πολλές υποστηρίζουν ότι η χρήση του
αρσενικού γένους σε αυτές τις περιπτώσεις είναι λογική, και επομένως δίνουμε
στο ζήτημα μεγαλύτερη βαρύτητα από όση χρειάζεται.
Παράδειγμα κατά το -ος, -η, -ο
Αρσενικό: ο ιατρ-ός
Θηλυκό: η ιατρ-ός
Πολλοί —και δυστυχώς, και πολλές— δεν διστάζουν να υιοθετήσουν απροκάλυπτα
μια ακόμα πιο ακραία μορφή της παραπάνω θέσης, η οποία υποστηρίζει ότι η
διάκριση των γενών, αλλά και η χρήση του αρσενικού γένους σε συγκεκριμένα
επαγγέλματα και για τις γυναίκες, είναι όχι μόνο λογική, αλλά και υποχρεωτική,
καθώς υπάρχουν πράγματι «ανδρικά» και «γυναικεία» επαγγέλματα. Είναι κάτι περισσότερο από φανερό ότι τέτοιες ιδέες
εκπορεύονται από βαθιά ρατσιστικές, σεξιστικές, και γενικά... ιδεοπληκτικές
αντιλήψεις, και δεν χρειάζεται να αφιερωθεί περισσότερος χρόνος στην περιγραφή τους.
Παράδειγμα κατά το -της, -τρια
ο χορευτής, η χορεύτρια, αλλά
ο βουλευτής, και όχι *η βουλεύτρια
Στον αντίποδα, η σύγχρονη κοινωνιογλωσσολογία, η ψυχογλωσσολογία και
ιδιαίτερα η Κριτική Ανάλυση Λόγου υποστηρίζουν ότι οι γλωσσικές επιλογές δεν
είναι ιδεολογικά ουδέτερες, αλλά μπορούν να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο
αντιλαμβανόμαστε την κοινωνική πραγματικότητα και να συμβάλλουν στην
αναπαραγωγή κοινωνικών ανισοτήτων. Υπό αυτή την έννοια, η σίγαση της θηλυκής
παρουσίας μέσω της αποσιώπησης της μορφοσυντακτικής της υπόστασης έχει τεράστια σημασία, και θα έπρεπε να απασχολεί τους πάντες, και όχι μόνο τα μέλη που ανήκουν στην εν λόγω κοινωνική ομάδα.
Παράδειγμα κατά το -της, -τρια
ο χορευτής, η χορεύτρια, και
ο βουλευτής, η βουλεύτρια
Μια ακραία μορφή αυτής της θέσης θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι οι
διάφορες προτάσεις που έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς, οι οποίες μιλούν για
ριζικό ανασχεδιασμό του συστήματος των γραμματικών γενών μέσω συμπεριληπτικών
μορφών γραφής, ή ακόμα και προτάσεις για πλήρη κατάργηση οποιασδήποτε διάκρισης
των γενών (π.χ. με χρήση κάποιους είδους «ουδέτερου» τύπου για οποιαδήποτε
αναφερόμενη οντότητα).
Βασική θέση του παρόντος άρθρου είναι ότι η
σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα τεκμηριώνει πλέον επαρκώς πως η γλώσσα δεν
αντανακλά απλώς την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά συμμετέχει ενεργά στη
διαμόρφωση και την αναπαραγωγή της. Οι γλωσσικές επιλογές δεν είναι ποτέ
απολύτως ουδέτερες· συνδέονται με κοινωνικές αναπαραστάσεις, στερεότυπα και
σχέσεις ισχύος, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο
αντιλαμβανόμαστε τα πρόσωπα και τους κοινωνικούς τους ρόλους —αλλά και τον εαυτό μας τον ίδιο μέσα αυτούς. Υπό το πρίσμα
αυτό, η ενίσχυση της γραμματικής ορατότητας του θηλυκού γένους δεν αποτελεί
μόνο ζήτημα γλωσσικής μορφής ή πολιτικής ορθότητας, αλλά μια προσπάθεια
ευθυγράμμισης της γλωσσικής χρήσης με τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα —μια πραγματικότητα που δεν υποβαστάζεται μόνο από τα πορίσματα της γλωσσολογικής έρευνας, αλλά και από τις ίδιες τις ανθρωπιστικές αξίες.
Γραμματικό γένος και πρωτοτυπικότητα[4–5]
Πριν εξετάσουμε την κοινωνική διάσταση του ζητήματος, αξίζει να διευκρινίσουμε τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για γραμματικό γένος, από γλωσσολογική σκοπιά.
 |
| Από τον δημιουργό PDPics στο Pixabay |
Το γραμματικό γένος (grammatical gender) αποτελεί μορφοσυντακτική κατηγορία της
νέας ελληνικής που δηλώνει αν η αναφερόμενη οντότητα είναι αρσενική, θηλυκή ή
ουδέτερη αλλά δεν συμφωνεί πάντα με το φυσικό γένος (natural gender). Για παράδειγμα, η καρέκλα και το τραπέζι είναι δύο άψυχες οντότητες,
ούτε αρσενικές ούτε θηλυκές, όμως η καρέκλα έχει το θηλυκό γραμματικό γένος,
αντί του ουδετέρου που έχει το τραπέζι (ουδέτερο = ουδέ έτερο = κανένα από τα
δύο, ούτε αρσενικό, ούτε θηλυκό).
Το αρσενικό γένος είναι το αμαρκάριστο/πρωτοτυπικό γένος της νέας
ελληνικής, μια έννοια που ορίστηκε από τον Greenberg το 1966. Ο όρος αυτός αναφέρεται στη χρήση του
αρσενικού γένους —εν προκειμένω— για τις περιπτώσεις που αναφερόμαστε γενικά
σε ένα πλήθος οντοτήτων, που είτε δεν ξέρουμε είτε δεν χρειάζεται να δώσουμε
πληροφορίες σχετικά με το φύλο των αναφερόμενων υποκειμένων. Για παράδειγμα, η
φράση «όλοι οι φοιτητές μπήκαν στην αίθουσα» αναφέρεται σε φοιτητές αρσενικού
γραμματικού γένους, ακόμα κι αν στο πλήθος των φοιτητών βρίσκονται και
φοιτήτριες. Το φαινόμενο αυτό είναι τόσο έντονο ώστε μπορεί να χρησιμοποιηθεί
το αρσενικό γένος ακόμα κι αν το ακροατήριο αποτελείται εξ ολοκλήρου από
γυναίκες! Όπως στο παράδειγμα «το καταλάβατε όλοι;». Το αμαρκάριστο γένος είναι το αρσενικό
στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου. Υπάρχουν, ωστόσο, και λίγες γλώσσες στις
οποίες το αμαρκάριστο γένος είναι το θηλυκό (!).
 |
arkas.gr / ‘take care of your she-self’ Στα ελληνικά, ο όρος ‘ο εαυτός μου’ (my self) είναι σε αρσενικό γένος, ενώ μπορεί να αναφέρεται σε γυναίκα. Αν αλλάξουμε το γραμματικό γένος από αρσενικό σε θηλυκό θα μετατραπεί σε ‘η εαυτή μου’ (my ‘she-self’)
|
Από τη γραμματική στην κοινωνία [6–8]
Το γεγονός όμως ότι μια μορφή είναι αμαρκάριστη
από γραμματική άποψη δεν συνεπάγεται ότι είναι και γνωσιακά ή κοινωνικά
ουδέτερη. Ακριβώς αυτό αποτελεί σήμερα αντικείμενο της ψυχογλωσσολογικής και
κοινωνιογλωσσολογικής έρευνας, η οποία εξετάζει κατά πόσο η χρήση του πρωτοτυπικού αρσενικού επηρεάζει τις νοητικές αναπαραστάσεις και τη γλωσσική ορατότητα των
φύλων.
Από ιστορικής σκοπιάς, μια ευρέως αποδεκτή ιστορική ερμηνεία για την
επικράτηση του αρσενικού ως αμαρκάριστου/πρωτοτυπικού γένους συνδέεται με τη μακροχρόνια
κυριαρχία των ανδρών στη δημόσια, πολιτική και οικονομική ζωή των περισσότερων
κοινωνιών. Υπό αυτή την οπτική, δεν προκαλεί έκπληξη ότι το αρσενικό εξελίχθηκε
στη γενική μορφή αναφοράς για μικτές ή απροσδιόριστες ομάδες προσώπων. Τα
ακροατήρια και κάθε σύνολο ανθρώπων είχαν στην συντριπτική πλειοψηφία τους
αρσενικά μέλη. Η γλώσσα ικανοποιεί τις ανάγκες της κοινωνίας, και εφόσον οι
περισσότερες κοινωνίες για το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας τους αναφέρονταν
σχεδόν αποκλειστικά σε άνδρες, ανδρικό θα ήταν και το πλειοψηφικό γένος.
Η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος σηματοδότησε μια ευρύτερη αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την κοινωνία και τους θεσμούς της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ήταν αναπόφευκτο να τεθεί υπό εξέταση και η ίδια η γλώσσα. Στην απλούστερη μορφή του, το επιχείρημα έχει ως εξής:
«Αφού είμαι γυναίκα και ασκώ την επιστήμη της Ιατρικής, δεν
υπάρχει λόγος να χαρακτηρίζομαι με το αρσενικό γένος. Όχι μόνο δεν υπάρχει λόγος, αλλά και δεν επιθυμώ ούτε να κρύβω το φύλο μου, αλλά ούτε και να παριστάνω ότι ανήκω σε κάποιο άλλο φύλο, για τον ίδιο λόγο που ένας άνδρας που απασχολείται με την επιμέλεια κειμένων δεν θα επιθυμούσε, ούτε θα επέλεγε, να τον αποκαλούν 'επιμελήτρια' και όχι 'επιμελητή'».
Σίγουρα δε, η ιδέα του
ότι υπάρχουν ανδρικά και γυναικεία επαγγέλματα έχει πλέον αποδομηθεί, όπως αναφέρθηκε στην αρχή του άρθρου, με
εξαίρεση ίσως εργασίες που αφορούν συγκεκριμένες ιδιότητες που ένα φύλο
υπερέχει κατά πλειοψηφία σε σχέση με το άλλο, όπως οι εργασίες σε μεγάλα τεχνικά έργα ή η φροντίδα νηπίων. Η «ισότητα» των δύο φύλων, άλλωστε, δεν σημαίνει «εξίσωση».
Λόγοι απόρριψης των θηλυκών επαγγελματικών τύπων[9–12]
Οι θηλυκοί επαγγελματικοί τύποι αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μέσα από το οποίο αναδεικνύεται η σύγχρονη συζήτηση γύρω από το γραμματικό γένος. Παρότι η παρουσία των γυναικών στους αντίστοιχους
επαγγελματικούς χώρους αποτελεί πλέον κοινωνική πραγματικότητα —ίσως και «κανόνα», χωρίς υπερβολή— οι θηλυκοί
επαγγελματικοί τύποι εξακολουθούν συχνά να προκαλούν, στην καλύτερη περίπτωση, αμηχανία (στη χειρότερη, αντιδράσεις ή/και λεκτικές επιθέσεις).
Παραδείγματα θηλυκών επαγγελματικών με προσθήκη επιθήματος (κατάληξης) που έχουν σημειωθεί ως μη αποδεκτοί ή αντιγραμματικοί τύποι στη βιβλιογραφία:
υπουργίνα
γιατρίνα
πρυτάνισσα
διδακτόρισσα
βουλευτίνα
βουλεύτρια
Το
γεγονός αυτό γεννά ένα ενδιαφέρον γλωσσολογικό ερώτημα: γιατί ορισμένοι θηλυκοί
τύποι γίνονται εύκολα αποδεκτοί, ενώ άλλοι αντιμετωπίζονται ως άκομψοι, αστείοι
ή ακόμη και λανθασμένοι;
Με μια πρώτη ματιά, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η απάντηση βρίσκεται
αποκλειστικά στη μορφολογία (στη μορφή της λέξης, στα συστατικά από τα οποία αποτελείται, όπως οι καταλήξεις). Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, και αυτό διότι όλοι οι παραπάνω σχηματισμοί είναι απολύτως και αδιαμφισβήτητα γραμματικοί, με την έννοια ότι ακολουθούν πιστά τους γραμματικούς κανόνες της νέας ελληνικής γλώσσας (οι ίδιες καταλήξεις, αν προστεθούν σε άλλους είδους επαγγέλματα, παράγουν τύπους απολύτως αποδεκτούς, π.χ. μανάβισσα, χορεύτρια).
Μία πρώτη παρατήρηση είναι το ότι αποδεχόμαστε τη θηλυκή κατάληξη μόνο σε όσα επαγγέλματα θεωρούνται «χαμηλού κύρους». Άρα, καταλαβαίνουμε ότι η πραγματική χρήση της γλώσσας δείχνει ότι
οι στάσεις των ομιλητών διαμορφώνονται από ένα πολύ πιο σύνθετο σύνολο
παραγόντων. Η ιστορία, το κοινωνικό κύρος, οι γλωσσικές ιδεολογίες, οι
αξιολογικές συνδηλώσεις των μορφολογικών επιθημάτων και πιθανόν και άλλες
μεταβλητές φαίνεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι
θηλυκοί επαγγελματικοί τύποι.
Μία μεταβλητή, ωστόσο, που φαίνεται να υποεκπροσωπείται στην συζήτηση των λόγων απόρριψης ενός θηλυκού επαγγελματικού τύπου, φαίνεται να είναι ο βαθμός λογιότητας της επιλεγόμενης κατάληξης. Για παράδειγμα, ο τύπος διδακτόρισσα μας «ξενίζει» το ίδιο με τον τύπο διδάκτειρα (κατά το αυτοκράτειρα); Το γλωσσικό και κοινωνικό μας ένστικτο πιθανόν θα έλεγε «όχι, ο τύπος διδάκτειρα είναι πολύ πιο φυσικός», ή, ακόμα και «πιο όμορφος και εύηχος». Μια εκτεταμμένη μελέτη για τις στάσεις των ομιλητών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαία για να βγάλουμε αντιπροσωπευτικά συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να εξετάσουμε την πιθανότητα συνεπίδρασης σεξισμού και «παθολογικής αρχαιολαγνίας» ως μία ρεαλιστική εξήγηση των λόγων απόρριψής τους.
Παρομοίως, η αποδοχή ενός θηλυκού επαγγελματικού τύπου ενδέχεται να έρθει ευκολότερα, εάν εμείς οι ίδιοι και ίδιες επιστρέψουμε στο γλωσσικό σύστημα· και συγκεκριμένα, στην κλιτική μορφολογία (έναντι της παραγωγικής). Η σκέψη, εν ολίγοις, είναι η εξής:
Για ποιον λόγο χρειάζεται να προσθέσω ένα νέο επίθημα στο ουσιαστικό (-ισσα, -ίνα κ.λπ.) όταν μπορώ να χρησιμοποιήσω απλά την κατάληξη του θηλυκού που έχω ήδη; Δηλαδη, αντί να προσθέσω το -ισσα στο θέμα ιατρ-, να προσθέσω απλώς την κατάληξη του θηλυκού -η (ο ιατρ-ός, η ιατρ-ή).
Μπορεί ο τύπος ιατρή να είναι ομόηχος με τον πληθυντικό του αρσενικού (ιατροί), με αποτέλεσμα να δημιουργούταν κάποιας μορφής προσωρινή αμφισημία ως προς το ποιος τύπος χρησιμοποιείται κάθε φορά (στον προφορικό λόγο), ωστόσο κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα για τους ομιλητές και τις ομιλήτριες της νέας ελληνικής, οι οποίοι και οι οποίες δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουμε ιδιαίτερο πρόβλημα με τις δεκάδες άλλες περιπτώσεις ομοηχίας.
Και τελικά… τι;[7, 13–17]
Ανεξάρτητα από το ποιοι τύποι θα επικρατήσουν, γιατί και πότε, η συζήτηση γύρω από το γραμματικό γένος και τη γλωσσική ορατότητα των φύλων
οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα ευρύτερο ερώτημα: μπορεί —και πρέπει— η γλώσσα να
αλλάξει συνειδητά;
Η ιστορική γλωσσολογία μάς έχει διδάξει ότι οι γλώσσες βρίσκονται σε διαρκή
εξέλιξη. Από τη στιγμή της εμφάνισής τους μέχρι και τον γλωσσικό τους θάνατο ή την μετεξέλιξή τους σε νέες γλώσσες, μεταβάλλονται αδιάκοπα σε όλα τα επίπεδα:
φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό και σημασιολογικό. Το σημαντικότερο, όμως,
είναι ότι οι αλλαγές αυτές δεν επιβάλλονται ούτε σχεδιάζονται «από τα πάνω».
Αναδύονται σταδιακά μέσα από τη χρήση, όταν οι ίδιοι οι ομιλητές υιοθετούν νέες
μορφές επειδή τις αντιλαμβάνονται ως λειτουργικές, χρήσιμες ή αναγκαίες. Η ιστορία των γλωσσών δείχνει ότι καμία αλλαγή δεν μπορεί
να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, αν δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες της
γλωσσικής κοινότητας.
Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το ζήτημα της γλωσσικής
ορατότητας πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους και αδιάφορες, με την γνωστή ωχαδερφιστική στάση του τύπου «ε, άμα είναι να αλλάξει ας αλλάξει, εγώ γιατί να κάνω κάτι γι' αυτό;». Από τη στιγμή που η σύγχρονη ψυχογλωσσολογική και
κοινωνιογλωσσολογική έρευνα δείχνει ότι οι γλωσσικές επιλογές επηρεάζουν τις γνωσιακές αναπαραστάσεις και την κοινωνική ορατότητα
των φύλων, τότε η συνειδητή χρήση θηλυκών επαγγελματικών τύπων δεν αποτελεί μια
αυθαίρετη γλωσσική ιδιορρυθμία, αλλά μια τεκμηριωμένη προσπάθεια περιορισμού
μιας υπαρκτής κοινωνικής ανισότητας.
Παράλληλα, όμως, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί απέναντι σε κάθε
προσπάθεια κανονιστικής παρέμβασης στη γλώσσα. Η ελληνική γλωσσική ιστορία έχει
ήδη γνωρίσει περιόδους έντονης γλωσσικής ρύθμισης, με χαρακτηριστικότερο
παράδειγμα την καθαρεύουσα. Αν μια γλωσσική μορφή χρειάζεται διαρκή εξωτερική
επιβολή για να επιβιώσει, είναι πιθανό ότι δεν έχει ακόμη καταστεί πραγματική
ανάγκη των ομιλητών και ομιλητριών. Η γλώσσα δεν αλλάζει επειδή κάποιος αποφασίζει ότι πρέπει
να αλλάξει· αλλάζει όταν η ίδια η γλωσσική κοινότητα μεταβάλλει τις συνήθειές
της. Με άλλα λόγια, πρέπει οι προσπάθειές μας να γίνονται διακριτικά και με σεβασμό, για να μην ρισκάρουμε να φέρουμε τα αντίθετα αποτελέσματα λόγω ενδεχόμενης αντίστασης. Ιδανικά, πρέπει να εξηγούμε· ξανά, και ξανά, και ξανά...
Επιμύθιο
Ίσως, τελικά, το ουσιαστικότερο συμπέρασμα να μην αφορά το ποια μορφή είναι
«σωστή» ή ποια αλλαγή «πρέπει» να επικρατήσει. Το σημαντικότερο δίδαγμα της
γλωσσολογίας είναι ότι οι γλώσσες εξελίσσονται μαζί με τις κοινωνίες που τις
μιλούν. Αν η σύγχρονη κοινωνία συνεχίσει να διεκδικεί μεγαλύτερη ισότητα και
μεγαλύτερη ορατότητα των φύλων, η γλώσσα πιθανότατα θα ακολουθήσει αυτή την
πορεία —όχι επειδή θα της επιβληθεί, αλλά επειδή οι ίδιοι οι ομιλητές και ομιλήτριες θα την
οδηγήσουν προς αυτή.
Η συζήτηση για το γραμματικό γένος, επομένως, δεν
εξαντλείται στο ερώτημα αν ένας τύπος είναι «σωστός» ή «λάθος». Αφορά το αν, πώς, πότε και γιατί θα επιλέξουμε να αξιοποιήσουμε τις μορφοσυντακτικές δυνατότητες της γλώσσας μας, χωρίς δικαιολογίες, προς έναν Λόγο όχι συμπεριληπτικό, αλλά απλώς... ανθρώπινο.
❃❃❃
Διαβάστε ακόμα:
❃❃❃
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
[1] Deborah Cameron (1992). Feminism and Linguistic Theory (2nd ed.). London: Macmillan.
[2] Norman Fairclough (1992). Discourse and Social Change. Cambridge: Polity Press.
[3] Norman Fairclough (2003). Analysing Discourse: Textual Analysis for Social Research. London: Routledge.
[4] Joseph H. Greenberg (1966). Language Universals, with Special Reference to Feature Hierarchies. The Hague: Mouton.
[5] Greville G. Corbett (1991). Gender. Cambridge: Cambridge University Press.
[6] Pascal Gygax, Ute Gabriel, Oriane Sarrasin, Alan Garnham & Jane Oakhill (2008). Generically intended, but specifically interpreted: When beauticians, musicians, and mechanics are all men. Language and Cognitive Processes, 23(3), 464–485.
[7] Pascal Gygax, Sabine Sczesny, Ute Gabriel, et al. (2021). The masculine form in grammatically gendered languages and its multiple interpretations: A challenge for our cognitive system. Language Sciences, 83, 101328.
[8] Norman Fairclough (1992). Discourse and Social Change. Cambridge: Polity Press.
[9] Penelope Eckert & Sally McConnell-Ginet (2013). Language and Gender (2nd ed.). Cambridge: Cambridge University Press.
[10] Susan Ehrlich, Miriam Meyerhoff & Janet Holmes (Eds.). (2014). The Handbook of Language, Gender, and Sexuality (2nd ed.). Wiley-Blackwell.
[11] Deborah Cameron (1992). Feminism and Linguistic Theory (2nd ed.). London: Macmillan.
[12] Δήμητρα-Φαίδρα Γκιόκα (2024). Γλωσσική χρήση και στάσεις απέναντι στη γλώσσα: η περίπτωση των θηλυκών επαγγελματικών. Πανεπιστήμιο Πατρών.
[13] William Labov (2001). Principles of Linguistic Change. Volume 2: Social Factors. Oxford: Blackwell.
[14] Joan L. Bybee (2010). Language, Usage and Cognition. Cambridge: Cambridge University Press.
[15] Roger Lass (1997). Historical Linguistics and Language Change. Cambridge: Cambridge University Press.
[16] Deborah Cameron (1995). Verbal Hygiene. London: Routledge.
[17] Peter Trudgill (2011). Sociolinguistic Typology: Social Determinants of Linguistic Complexity. Oxford: Oxford University Press.
❃❃❃
0 comments