Το
παρόν απευθύνεται κατά βάση σε εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές/τριες, και φοιτητές/τριες επιστημών της εκπαίδευσης αλλά και στον οποιοδήποτε και στην οποιαδήποτε ενδιαφέρεται για τις
ατασθαλίες του εκπαιδευτικού συστήματος.
(χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά)
❃❃❃
Βρισκόμαστε σε μια εποχή αλλαγών και ανακατατάξεων, αυτό είναι κάτι που γνωρίζουν όλοι και όλες. Όλο και λιγότεροι/ες όμως φαίνεται να εστιάζουν στους τομείς όπου η αλλαγή είναι πραγματικά επείγουσα. Συχνά αναλωνόμαστε σε ζητήματα που επιτάσσει η σύγχρονη επικαιρότητα, παραβλέποντας βαθύτερες παθογένειες που διαφεύγουν της προσοχής μας, με αθόρυβες αλλά δυσμενείς συνέπειες για την εξέλιξη των ατόμων και της κοινωνίας μας.
Ένα από αυτά τα ζητήματα είναι
και το θέμα της παρούσας διερεύνησης. Άγνωστο στους περισσότερους και στις περισσότερες, στο
οποίο εστιάζει ως επί το πλείστον η σύγχρονη γλωσσολογική έρευνα και
επιστήμη. Το ζήτημα αυτό δεν είναι άλλο από την ύπαρξη της ορθογραφίας και το
βάρος που της δίνουμε κατά την εκπαιδευτική, και όχι μόνο, διαδικασία, το επίπεδο στο οποίο θα έπρεπε να μας απασχολεί, καθώς και τις συνέπειες που επιφέρει, πρωτίστως στον ψυχισμό των μαθητών και μαθητριών, και κατά συνέπεια σε κοινωνικό επίπεδο.
Βασικοί ορισμοί
Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, τι είναι Γλωσσολογία; Πολλοί/ές τη συγχέουν με την εκμάθηση πολλών γλωσσών ή την ταυτίζουν με τη βαθιά γνώση μιας «γλώσσας-προτύπου» (όπως τα Αρχαία Ελληνικά), ενώ άλλοι θα υπέθεταν ένα συνδυασμό και των δύο. Όλα αυτά όμως είναι ένα μικρό μέρος μιας ευρύτερης, πολυεπίπεδης και σύνθετης επιστήμης.
Συνηθισμένα στερεότυπα γύρω από τη Γλωσσολογία:
- Η Γλωσσολογία ταυτίζεται με τη Φιλολογία: Στην πραγματικότητα, οι δύο επιστήμες έχουν διαφορετικό αντικείμενο και μεθοδολογία.
- Οι γλωσσολόγοι γνωρίζουν και μιλούν πάρα πολλές γλώσσες: Το ενδιαφέρον τους εστιάζει τόσο στη δομή όσο και στη χρήση της γλώσσας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ομιλητές και ομιλήτριες της κάθε γλώσσας που μελετούν.
- Οι Γλωσσολόγοι, όπως και οι Φιλόλογοι, δεν κάνουν ορθογραφικά λάθη: Σε γενικές γραμμές, η επιστήμη της γλωσσολογίας μελετά πρωτίστως τον προφορικό λόγο ως πρωτογενές φαινόμενο, ενώ η ορθογραφία αποτελεί μια μεταγενέστερη σύμβαση (ορθογραφικά λάθη, λιγότερο ή περισσότερο, κάνουν δυνητικά όλοι και όλες!)
Μια βαθύτερη ανάλυση και 1:1 αναίρεση των ανωτέρω, αλλά και άλλων υποθέσεων, ίσως συμβεί σε ύστερο χρόνο. Αυτό που μας απασχολεί εν προκειμένω είναι οτι η Γλωσσολογία αποτελεί την επιστήμη που μελετά τη γλώσσα ως φαινόμενο, ως ένα μηχανισμό που έχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως στον εγκέφαλό τους εκ γενετής, με τις διαφορετικές γλώσσες που υπάρχουν να είναι απλά διαφορετικές εκδοχές αυτού του κοινού μηχανισμού (Chomsky 1957).
Βασικά στοιχεία for starters για τον καθηγητή Noam Chomsky εδώ.
Πρώτη επαφή με τη γλωσσολογία και την οπτική της
Η Γλωσσολογία δεν λειτουργεί απομονωμένα, αλλά συνομιλεί με πλήθος άλλων επιστημών— από την Ψυχολογία και τη Βιολογία μέχρι την Πληροφορική και τη Νομική (βλ. εικόνα 1). Μέσα σε αυτό το διεπιστημονικό πλαίσιο, κλάδοι όπως η Κειμενογλωσσολογία εστιάζουν στη μελέτη των κειμένων (με έμφαση στον μαθητικό λόγο), ενώ η Κοινωνιογλωσσολογία διερευνά τον τρόπο που η γλώσσα αντανακλά και διαμορφώνει τις κοινωνικές μας ταυτότητες.
Τι είναι πραγματικά η ορθογραφία;
Όλοι και όλες έχουμε μια επαφή με τον όρο «ορθογραφία» ως τον τρόπο που «γράφουμε σωστά». Αν όμως αναζητούσαμε τον πραγματικό λόγο ύπαρξής της και τον σκοπό που επιτελεί, θα οδηγούμασταν αναπόφευκτα σε ορισμένες ενστάσεις.
Ορθογραφία είναι η γραπτή
απόδοση, απεικόνηση, και αναπαράσταση μιας γλώσσας, είναι η φωτογράφιση του
προφορικού της λόγου, είναι μια σύμβαση, μια συμφωνία ανάμεσα σε ανθρώπους που
μιλάνε την ίδια γλώσσα, με σκοπό την ορθή επικοινωνία και την ομοιομορφία.
Όμως, όσον αφορά τα ελληνικά (και όχι μόνο), βλέπουμε οτι αυτά που γράφουμε είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που εκφέρουμε με την ομιλία· για παράδειγμα για
τον ρηματικό τύπο «είμαι»: γράφουμε: είμαι, το προφέρουμε: ['ime]*, ενώ θα έπρεπε να το προφέρουμε [eímai] (εΐμαϊ), ή να το γράφουμε ίμε. Στην προσπάθειά μας, λοιπόν, να διατηρήσουμε μια ιστορική συνέχεια στη γραφή, καταλήγουμε συχνά να τιμούμε το παρελθόν εις βάρος της λειτουργικότητας του παρόντος.
*Περισσότερα για το Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο εδώ
Ακολουθεί μια έκθεση ενός μαθητή της
Ξυλαγανής —μεγάλου οικισμού του νομού Ροδόπης, με ελληνόφωνους κατοίκους, ωστόσο
με ιδιαίτερο τοπικό ιδίωμα καθώς και Βουλγαρικές και Τουρκικές γλωσσικές επιρροές— στο μάθημα
της Νεοελληνικής Γλώσσας:
Ποιος θα
μπορέσει να πείσει αυτόν τον μικρό αλλά άριστο ομιλητή της γλώσσας του, αυτή
που μιλάει στην κοινότητά του και έχει σχεδόν αποκλειστικά ακούσει, ότι κάνει
λάθος; Ότι πρέπει να γράφει «πολλά» κι ας λέει «πουλά», να γράφει «έξω» κι ας
λέει «όξου», να γράφει «γράψω» κι ας λέει «γράψου»; Προφανώς θα κληθεί να
εναρμονιστεί με τους κανόνες, γραπτούς και προφορικούς, της Κοινής
Νέας Ελληνικής, αλλά για κοινωνικούς λόγους, όχι επειδή έκανε λάθος, γιατί
λάθος δεν έκανε πουθενά· απλώς εφάρμοσε με απόλυτη συνέπεια τους κανόνες της μητρικής του ποικιλίας.
Το κρίσιμο σημείο είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι ο γραπτός λόγος επινοήθηκε για να μας διευκολύνει, όχι για να μας εγκλωβίζει σε μια δυσανάλογα επίπονη μαθητεία. Στη λογική ενός παιδιού —που δεν έχει ακόμη επηρεαστεί από κοινωνικές συμβάσεις— δεν υπάρχει τίποτα πιο φυσικό από την αμφιμονοσημαντότητα: το να γράφουμε, δηλαδή, ακριβώς όπως μιλάμε. Όταν τιμωρούμε αυτή τη λογική, στην πραγματικότητα τιμωρούμε την ίδια την ευφυΐα του παιδιού να αναγνωρίζει μοτίβα στον κόσμο γύρω του.
«Ιστορική Ορθογραφία»: σύντομη αναφορά του όρου
Η ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας χαρακτηρίζεται ως Ιστορική Ορθογραφία. Ο όρος περιγράφει την ορθογραφία μιας σύγχρονης γλώσσας που δεν
συνάδει με τον σύγχρονο προφορικό λόγο της, εν προκειμένω της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά με αυτον της κλασσικής Αθήνας του 5ου αι., ή των
ελληνιστικών χρόνων αργότερα.
Ακολούθως παρατίθεται ένα
βίντεο με την ανάγνωση την Οδύσσειας του Ομήρου, όπως ακριβώς προφέροταν τότε:
- Γράφουν «ἔννεπε» και προφέρουν με δύο «ν», όχι ένα.
- Γράφουν «ἐρρύσατο» και προφέρουν αντίστοιχα με δύο «ρ», όχι ένα.
- Γράφουν «ἐπεί» και προφέρουν [epe'i], όχι [ep'i].
Ένα νεοελληνικό παράδειγμα: εφόσον ένας μαθητής προφέρει [kilik'io], πώς είναι δυνατόν να οδηγηθεί στη γραφή «κυλικείο» χωρίς μια στείρα απομνημόνευση που δεν βασίζεται στη λογική του αυτιού του; Η ιστορική ορθογραφία, ενώ διασώζει την ετυμολογία, επιβάλλει στον μαθητή μια διαρκή πνευματική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που ακούει και σε αυτό που καλείται να αποτυπώσει.
Συνέπειες στον παιδικό ψυχισμό
Τι είναι αυτό που κάνει την
λανθασμένη χρήση της ορθογραφίας τόσο σοβαρό πρόβλημα, κυρίως για τα παιδιά
αλλά και γενικότερα; Όλο αυτό το βάρος και η αξία που δίνουμε στο «σωστό και
λάθος» μεταδίδει κάθε άλλο παρά θετικά μηνύματα. Ένας μαθητής ή μία μαθήτρια του δημοτικού,
που μόλις έχει ξεκινήσει την ουσιαστική και πρακτική κοινωνικοποίηση και
χτίζει τον χαρακτήρα και τον ψυχισμό του/της, έρχεται αντιμέτωπος/η με «λάθη»
που αμαυρίζουν την ψυχολογία του/της χωρίς ουσιαστικό παιδαγωγικό όφελος, και μπορούν κάλλιστα να
τον/την αποθαρρύνουν απ’ την εκπαίδευση και την μάθηση γενικότερα.
Ένας μαθητής ή μία μαθήτρια που έχει σαν “βαρύτατη αμαρτία” το «να γράφει ότι ακούει» (ό,τι πιο λογικό δηλαδή), αντικρύζει τον εαυτό του ως κόκκινες σημειώσεις, παρατηρήσεις, και μια μόνιμη ανάγκη για βελτίωση· όχι βελτίωση που θα επωφελήσει τον χαρακτήρα, τις γνώσεις, τον ψυχισμό ή την κοινωνικότητα, αλλά βελτίωση σε κανόνες που έρχονται σε αντίθεση με την λογική του/της.
Με το να δέχεται αβίαστα την ταμπέλα του «κακού μαθητή» ή της «κακής μαθήτριας», μόνο και μόνο γιατί
δυσκολεύεται να ακολουθήσει ένα τεράστιο πλήθος ιστορικών συμβάσεων, λαμβάνει αυτή
την ταυτότητα και σε άλλα επίπεδα της ζωής και κοινωνικότητας του, η οποία τον ακολουθεί
για πολύ περισσότερο καιρό και για πολύ σοβαρότερα θέματα. Προστίθεται έτσι ένα
ακόμα λιθαράκι στην πλάνη της δήθεν τελειότητας, της εμμονής στην εικόνα και
επίτευξης επιφανειακών στόχων, με παράλλειψη και απαξίωση οποιασδήποτε ιδέας που θα
μπορούσε να φέρει πραγματική κοινωνική άνοδο.
Φυσικά πρέπει να καταστεί σαφές οτι με όσα αναφέρθηκαν δεν υπονοείται κανενός είδους υπονόμευση της ελληνικής γλώσσας —ούτε της αρχαίας ούτε της νέας— για τη δικαιολογημένη αποθέωση και χρησιμότητα της οποίας υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να ενημερωθούμε και να πειστούμε. Ούτε, βέβαια, προτείνεται ως λύση κάποια υπεραπλούστευση της ορθογραφίας, εφόσον ένα τέτοιο εγχείρημα χρήζει τεράστιας συζήτησης και μελέτης. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι το τόσο απλό: το παιδί σου δεν είναι προβληματικό επειδή είναι ανορθόγραφο, οι απόψεις μας είναι. Πιθανότερο είναι να αψηφεί τους κανόνες λόγω ευφυίας, παρά λόγω υποτιθέμενης νοητικής ανικανότητας για συμμόρφωση.
Μία νέα κατεύθυνση της εκπαίδευσης
Αυτό που πρέπει να επισημανθεί
και να μας γίνει νοοτροπία, πρωτίστως ως δάσκαλοι και δασκάλες αλλά και ως γονείς ή και μαθητές/τριες,
είναι οτι η παρέκλιση από τους κανόνες που
καθόλου δεν εναρμονίζονται με τη λογική του προφορικού λόγου είναι απόλυτα δικαιολογημένη.
Η αξία του μαθητή και της μαθήτριας —οι οποίοι, πολλές φορές ξεχνάμε ότι είναι άνθρωποι και όχι
μηχανήματα— δεν πρέπει να εξαρτάται από
την ικανότητα του εγκεφάλου του/της να παρακάμψει τη γλωσσική του/της διαίσθηση. Είναι ένα προσόν,
αλλά δεν καθορίζει την αξία, την ευφυΐα ή τις μαθητικές του/της δυνατότητες. Η
σωστή χρήση της γραφής έχει οφέλη σε κοινωνικό επίπεδο, (ένδειξη «μορφώσης») μόνο και μόνο λόγω ύπαρξης αυτής της συμφωνίας. Η ομοιομορφία
είναι κάτι που επιζητείται, καλώς ή κακώς, ειδικά σε τόσο θεμελειώδεις έννοιες όπως αυτές του
έθνους και εθνικής ενότητας, μα αν θα συμβεί θα πρέπει να γίνεται με βάση τον ορθολογισμό, όχι το κατά πόσο
γράφουμε σαν τον Αριστοτέλη και τον Ησίοδο.
Άλλωστε το σπουδαίο και εξαιρετικά
δύσκολο, κάτι που θα έπρεπε να αποτελεί στόχο για όλους τους Έλληνες που ενδιαφέρονται τόσο έντονα για την "μόρφωση" των παιδιών τους, είναι η γνώση της γλώσσας με σαφή όρια· απ’ τη μία:
i) πλήρη γνώση της γραφής
με βάση την περιγραφική ανάλυση της σύγχρονης γλώσσας, του επικοινωνιακού μας μέσου, του "ενοποιητικού μας
παράγοντα", του εργαλείου με το οποίο θα κάνουμε την ζωή μας πιο εύκολη, και από
την άλλη
ii) επίσης βαθιά γνώση της ιστορίας της γλώσσας, των ενδιάμεσων σταδίων,
του τεράστιου συναισθήματος που συνοδεύει κάθε γλώσσα (πόσο μάλλον τα Αρχαία
Ελληνικά και την Ελληνική γενικότερα), με τη μόνη διαφορά ότι θα τίθεται στην
βούληση του καθενός το πόσο έντονη θα είναι η τριβή σε αυτή η γνώση.
Εδώ θα διαδραματίσει
σημαντικό ρόλο η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, δηλαδη θα καταστήσει σαφή τη
διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις και θα ενισχύσει με τον κατάλληλο τρόπο κάθε μία από αυτές τις πτυχές.
❃❃❃
Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
Εισαγωγικά εγχειρίδια Γλωσσολογίας:
Fromkin, V. Rodman, R. Hyams, N. 2008. Εισαγωγή στη μελέτη της γλώσσας (επιμ. Γ.
Ι. Ξυδόπουλος). Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη
Lyons, J. 1995. Εισαγωγή στη Γλωσσολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη
Κειμενογλωσσολογία και Κοινωνιογλωσσολογία:
Αρχάκης, Α. 2011. Γλωσσική Διδασκαλία και Σύσταση των Κειμένων. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη (αναθεωρημένη έκδοση)
Κωστούλα-Μακράκη, Ν. 2001. Γλώσσα και Κοινωνία. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο
Περιγραφική Γραμματική της Νέας Ελληνικής Γλώσσας:
Holton, D. Mackridge, P. Φιλιππάκη-Warburton, Ε. 1999. Γραμματική της Ελληνικής
Γλώσσας. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη
Ιστορική Ορθογραφία και Ιστορική Γλωσσολογία:
Μπαμπινιώτης, Γ. 2017. Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας
McMahon, A. M. S. 2005. Ιστορική Γλωσσολογία. Η Θεωρία της Γλωσσικής Μεταβολής. Αθήνα. Εκδόσεις Μεταίχμιο
❃❃❃
Διαβάστε ακόμα:
❃❃❃
Philomαtheia 12 Μαρτίου 2020















